Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Κοντό πατζούρι

The dark room of the Manor was faintly illuminated by the moonlight, creating eerie shadows through the fine furniture. The curtains were tightly shut to prevent inner exposure to the curious ones, yet the full moon managed to pierce the thick cloth covering the windows. The Rodb Manor, belonging to one of the members of the city council stood proud atop of a series of crests that adorned the east side of Pryburn. Tiaban was sitting in front of the library room window that allowed him to have full view over the city. He sipped ceremoniously of a fine crafted glass that contained a red liquid, more like a wine than anything else. Yet the fragrance swimming through the room reminded him of his early days in his family Manor with his father, beside this very window.
                The city beneath him lay unmoving, drifting through the cold night, making its way towards the sunny but cold day where life would overflow the cobbled streets and alleys once more. The harsh and unforgiving weather was hard to anyone who chose to travel in the city’s streets by the night for he would eventually stagger his way to the closest inn, claiming shelter from the night. Yet one short and slender figure moved past the buildings in a fast moving manner. His movements showed agility surpassing that of a simple man; he seemed like dancing amidst an icy cold town, a dancer that none would pay to see. He reached a halt suddenly, as if recalculating his steps and reached out for his backpack. He was standing next to a low, squat building that would probably give him easy access to the rooftops. His gauntleted hands gripped tightly a rope with a hook attached to its end that shot its way through the stone walls, reaching the rooftops, anchoring itself there. Biadar gripped tightly the silk rope and began his ascend to the rooftop, padding lightly on the stone wall of the squat stone building.
                His ascend was easy and granted him view of the east crest of the city, Mallowcliff as the locals called it. The Rodb Manor was the first building to the left. Biadar began his walk on the rooftops, the harsh weather piercing his skin all the way through the bones, making him shiver from jump to jump as the icy air shortened his breath. He stopped over a flat roof a two story building that was a size greater than the previous ones he had stepped on. A wooden tablet hung from the north-west corner reading “The Pilgrim’s Estate”. The short guy stepped carefully over one edge and watched silently behind his mask the dark shadows of people inside the inn move uneasily on the cobbled pavement.
                “I might as well need a place to hide. This ain’t a bad choice” he whispered to himself and marked the location of the inn. He left the crowded place and its mingled voices to fade away feeling once again alone in this world, every time an icy breath froze another bit of his lungs.
                Moments later, a strange pair of two large bellied figures staggered their way to the inn’s door. They were long past drunk and sought desperately for a shelter. A rough voice thundered through the cold alley
                “Bastards! Them gods you know. We are free- freezing out here!”
                “Oh shut your trap, I reckon this is an inn for newcomers.”
                “Watch that sign dear sir. May be for us.”
They both brought their red noses towards the wooden door, carefully observing a notice. The smell of roasted meet and good quality wine hastened their entrance to the warm inn. Their last words echoed through the dark alley as they entered the inn together, holding each other’s backs.
                “It ain’t for us anyway.”
                “Yeah some stupid assassin or what… I would teach him some fatal tricks if he’d like!”
                “Or you should kill him and get the reward! It’s a high one I tell you!”
Their cheerful loud laughter joined the company of travelers that resided inside the inn, leaving the notice exposed to the cold once again, so everyone could see the pale face with a short beard on his chin bearing the name Biadar Rhenand smile viciously, a short dagger between his teeth, droplets of blood falling from it. “Ten thousand gold pieces if brought alive on the Guards’ station. Claimed the lives of more than a thousand people.”

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά και παραπέρα...

Τη συνέχεια την ξέρετε... Σκατά στη γη στον ουρανό, σκατά και στον αέρα. Σκατά και στο πανεπιστήμιο. Σκατά και στα ΜΑΤ. Σκατά και στους αναρχικούς. Σκατά στα μούτρα μας βασικά. Το Τμήμα Χημείας του Α.Π.Θ. βρίσκεται υπο κατάληψη από τη Δευτέρα 9/12 μετά από απόφαση Γενικής Συνέλευσης Τμήματος που διαξήχθη την ίδια μέρα στις 12.00.  Να πούμε και την αλήθεια: 30 νοματέοι ξύπνησαν το πρωί, έβρισαν τον ήλιο γιατί ήταν μεθυσμένος από τις εκλογές που κέρδισε το πασόκ και είδαν στην τηλεόραση ότι δυνάμεις των ΜΑΤ εισέβαλαν στον ιερό χώρο του Πανεπιστημίου. Ευκαιρία να πάμε σπίτια μας 2 βδομαδούλες νωρίτερα. Και έτσι και έγινε. Αυτοί που έμειναν τώρα όμως δεν πήγαν σπιτια τους βρε παπάρα θα μου πεις. Και θα απαντήσω, είναι οργανωμένοι. Οι μισοί τώρα, οι άλλοι μισοί πριν την εξεταστική του Ιουνίου. Αμ τι νομίζατε... Τουλάχιστον έτσι πιστεύω εγώ.

Είμαι αρκετά νευριασμένος από την όλη φασιστική κίνηση των συγκεκριμένων παρατάξεων και φοβάμαι ότι αν μπω σε διαδικασία συγγραφής ενός υβριστικού κειμένου, θα ξεδώσω και μετά θα το σβήσω χάνοντας πολύτιμο χρόνο ενώ μπορώ κάλλιστα να αφιερώσω αυτό το χρόνο σε κάτι που ήθελα να κάνω εδώ και μέρες.

Ας ξεκαθαρίσω τη θέση μου πρώτα απόλα για να μη μας πούνε και ελέφαντες και μετά έχουμε άλλα. Στις 6 του Δεκέμβρη 2008, ένας ψυχοπαθής δυνάμει δολοφόνος με άδεια οπλοφορίας από το ίδιο το κράτος πυροβόλησε και σκότωσε εν ψυχρώ έναν νεαρό 15 χρονών. Ένα αμούστακο που θα λεγαν και στο χωριό μου. Αυτή είναι η ψυχρή αλήθεια. Ούτε αγγελούδι ήταν το παιδάκι, ούτε κωλόμπατσος ο άλλος. Τα πράγματα πρέπει να αντιμετωπίζονται στεγνά σε τέτοιες περιπτώσεις για να γίνεται και η απονομή της δικαιοσύνης ευκολότερη. Δολοφόνος με άδεια κυρίες και κύριοι. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Το παιδάκι νεκρό. Δυστυχώς. Μακάρι να μπορούσα να το αναστήσω. Αλλά δεν. Ξέρετε η μονιμότητα του θανάτου, είναι κάτι το οποίο δεν απασχολεί κανέναν σοβαρό ερευνητικό επιστήμονα για έναν και μόνο λόγο: Διότι είναι οριστική και αμετάκλητη. Όσο και να καίμε πόλεις, όσο και να σπάμε βιτρίνες από "καπιταλομάγαζα" η μη, πάρτε το χαμπάρι. ΔΕΝ ΘΑ ΦΕΡΕΤΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΙΣΩ.

Όχι, ότι σας συμφέρει δηλαδή. Βαθειά μέσα μου πιστεύω ότι το χαρήκατε ως κίνημα που σκοτώθηκε το καημένο το παιδί γιατί σας έδωσε την ευκαιρία να τα κάνετε όλα πουταναριό. Διοτί περι πουταναριού πρόκειται και δε σηκώνω κουβέντα. Και όπως προείπα αυτά τα πράγματα πρέπει να παρατηρούναι ωμα, διότι μόνο τότε μπορείς να εισάγεις ανεπεξέργαστα τα γεγονότα, χωρίς καμία συναισθηματική φόρτιση να θολώνει την κρίση σου και να καταλήξεις σε λογικά συμπεράσματα. Κάπως έτσι, κατέληξα κι εγώ στο παρακάτω συμπέρασμα. Το μόνο πράγμα στο οποίο δίνω ενδιαφέρον είναι το παρακάτω:

Δεκέμβρης 2008, Ημέρα: 5η, Ώρα: Πρωί
Ένας άντρας και μια γυναίκα, άνοιξαν τα μάτια τους και σηκώθηκαν για να ετοιμαστούν για τη δουλειά.
Αποχαιρέτισαν το καμάρι τους χαμογελαστοί στο δρόμο για το σχολείο (ο ένας εκ των δυο νοερά καθότι χωρισμένοι αν δεν απατώμαι), ίσως και να μάλωσαν λίγο, ίσως να μην έχει καμία σημασία αν όντως συνέβη κάτι από όλα αυτά.

Δεκέμβρης 2008, Ημέρα: 6η, Ώρα: Απογευματάκι
Αμφότεροι οι δυο γονείς αποχαιρέτισαν, κατά το ίδιο σκηνικό, με ένα ξερό 'καλά να περάσετε' ή ακόμη και με ένα 'να γυρίσεις μέχρι τις 11' το παιδί τους που κατευθύνθηκε προς κάτι γήπεδα μπάσκετ.

Δεκέμβρης 2008, Ημέρα: 7η, Ώρα: Πρωί
Οι δυο γονείς αποχαιρετούν το παιδί τους, μια και καλή.

Σας εκλιπαρώ να φανταστείτε την τραγικότητα της κατάστασης. Η μικρότητα της ζωής, το εφήμερο των πραγμάτων, η μοιραία κίνηση που έθεσε σε λειτουργία το καταραμένο όπλο του 'μέχρι-τότε-απλώς μαλάκα-από-κει-και-έπειτα-δολοφόνου'. Γύρω φωτιές να  στολίζουν χαρούμενα το Χριστουγεννιατικο πνεύμα. Πάει κι αυτό. Εγώ προσωπικά τα περασμένα Χριστούγεννα τα χα βάψει μάυρα. Ίσως γιατί έχω μια περίεργη σχέση με το θάνατο. Ίσως γιατί κατανοώ ορισμένα πράγματα σε μεγαλύτερη έκταση απότι μερικοί θερμοκέφαλοι. Ίσως πάλι γιατί είμαι τελείως λάθος και η αλήθεια είναι μίλια μακριά. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι τον περασμένο Δεκέμβρη έχασα 2 βράδια τον ύπνο μου προπαθώντας να χωνέψω το γεγονός και τις υπόλοιπες 22 μέρες σκεφτόμουν το καημένο το παιδί που έχασε τη ζωή του, θύμα σε έναν ιερό πόλεμο μεταξύ βλακείας και ασυνειδησίας και τους δυο γονείς που έχασαν τα πάντα σε μια γκαντέμικη μέρα.

Δε μπορώ δυστυχώς να ξεκολλήσω το μυαλό μου από τη συνεχή σκέψη που πολύ πιθανόν να βασανίζει τους γονείς του μέχρι το τέλος της μίζερης πλέον ζωής τους:

"Κι αν δεν το είχα αφήσει να πάει για μπάσκετ...;"

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Dead End Scrap Tools For Old Time's Sake

Καθώς περιμένω υπομονετικά το διαστημόπλοιό μου να φτάσει σε έναν πλανήτη για να παραδώσω μια αποστολή και να τσεπώσω κάτι φράγκα (EVE παίζω δεν έχω λαλήσει τελείως)περιηγούμαι σε διάφορες ιστοσελίδες για την εργασία μου στην ανάλυση τροφίμων. Κάπου εκεί θυμήθηκα να κοιτάξω το blog του φίλου μου του Kogi [http://kogi.gr/?p=348]όπου και συνάντησα ένα πολύ όμορφο κείμενο. Στην ουσία καλεί όλους τους ιδεολόγους παπάρες να πάρετε τα αρχίδια του γιατί είστε ένα μάτσο υποκριτές και η λέρα σας δε χωράει ούτε στο μεγαλύτερο σκατατζίδικο tου Δήμου. Αυτά γιατί ο Κοgi είναι πολύ ευγενικό άτομο και δε θα τα πει ποτέ. Και πρέπει να τα ακούτε.

Ειλικρινά εχω βαρεθεί. Και επειδή δεν κολλάω και πολύ να το πω, έχουμε όλοι βαρεθεί. Σας έχουμε βαρεθεί. Και εσάς τις φοιτητικές πάρτυ - παρατάξεις (ΠΑΣΠΟΔΑΠΟΠΑΠΑΡΕΣ)και εσάς τους περίεργους κόκκινοβρωμιάρηδες με τα γρασίδια της φιλοσοφικής. Πάρτε το χαμπάρι, αν θέλετε να μας εκπροσωπήσετε ρωτήστε τη γνώμη μας και μην επικαλέιστε αυτό το καταραμένοτο φοιτητικό κίνημα ως διακαιολογία για τις πράξεις σας. Το ιερό φοιτητικό κίνημα αγαπητά ρεζίλια είμαστε εμείς, όλοι οι υπόλοιποι εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές που έχουμε σιχαθεί τις συνελεύσεις ανα δέκα ημέρες, που έχουμε κουραστεί από τις αγριοφωνάρες σας κάθε μέρα στις εννιά η ώρα το πρωί σχετικά με τον τάδε νόμο που σας δυσαρέστησε που μας πνίγει το δίκιο αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι διοτί δυστυχώς αποτελείτε ένα κατεστημένο του πανεπιστημίου. κλπ κλπ.

Κι εσείς αγαπητοί μπλε και πράσινοι ανίδεοι, καλά θα κάνετε να κάτσετε σπιτάκι σας. Τι να σας κάνουμε... Πάρτυ? Όσα θέλουμε, σιγά τα ωά. Φωνή δεν έχετε και φροντίζετε να μας το αποδεικνύετεσε κάθε καταραμένη συνέλευση που οι κόκκινοι κύριοι από πάνω σας κάνουν ρεζίλι των σκυλιών. Και για όνομα του Αλλάχ, ΔΕΝ θέλουμε τις σημειώσεις και τα τελευταία θέματα με νεώτερο θέμα Σεπτέμβριος 1997.Δεν έχουμε καν το ίδιο πρόγραμμα σπουδών με τότε. Ξυπνήστε. Δε με ενδιαφέρει η αποτρίχωση σου κυρα ΔΑΠίτισσα ούτε αν το χθεσινό βράδυ σου ήταν καταπληκτίκό... Φαίνεται απότη μπαγιάτικη μάσκαρα και τα σαραντα πέντε κιλά μπογιά για να μη φαίνονται οι σακκούλες κάτω από τα μάτια σου. Γιατί από τη σχολή, άστο... Καλύτερα να ξυρίσω τα πόδια μου και να βγώ στη Συγγρού.

Και άντε ρε καρντάσια, εγώ να δεχτώ ότι εσείς οι κόκκινοι είστε έτσι ψυχούλες ας πούμε και ενδιαφέρεστε για τους μισθούς και την ανεργία και μπλα μπλα μπλα. Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατίστη δική μου την κωλοσχολή κάθεστε ΟΛΗ ΤΗ ΜΕΡΑ σε ένα τραπέζι και κουβεντιάζετε αντί να στρώσετε τον κώλο σας στο διάβασμα και να αποδείξετε στον έξω κόσμο ότι αυτή η κωλοχώρα δένείναι τόσο σκατά όσο θέλουν να είναι; Μπορείτε να μου απαντήσετε υπεύθυνα πως είναι δυνατόν να είστε μονίμως οι τελευταίοι της σχολης και να ψάχνετε την παραμικρή ευκαιρίανα χάσουμε μάθημα; Μου θέλετε και εργασιακές ευκαιρίες. Πρώτον είστε απέραντα τούβλα. Και δεύτερον είστε βολεμένοι λόγω της πολιτικής σας θέσης. Και κομμένες οι μπούρδες. Έτσι είναι και το ξέρετε.Έλεος δηλαδή όλος ο κόσμος το ξέρει...

Και τι θα γίνει ρε με μας που πραγματικά προσπαθούμε να μάθουμε πέντε πράματα; Υπάρχουν παιδιά με μυαλό και πείσμα και δίψα για μάθηση που πραγματικά δεν τους χωράει η χώρα. Θα τους εμποδίσετε και αυτούς για το "γενικό καλό"; Υπάρχουν άτομα που απλά θέλουν το πτυχίο και να σηκωθούν να φύγουν. Έχουν κάθε δικαίωμα να παρακολουθούν μαθήματα και να μη θέλουν να παραστούν σε ακόμη ένα συνέδριο του παραλόγου που χαριστικά ονοματίζουμε “Γενική Συνέλευση Τμήματος”. Η πρότασή μου; Συμμαζευτείτε, μην ξεσηκωθεί καμια ώρα αυτό το έρμο το φοιτητικό κίνημα και διεκδικήσει αυτά που του ανήκουν και σας πάρει όλους ο διάολος. Θέλουμε πρόοδο. Όχι οπισθοδρόμηση σε full throttle. Θέλουμε ένα πανεπιστήμιο αφιερωμένο στην έρευνα και την ανάπτυξη. Ένα πανεπιστήμιο όμορφο και ρομαντικό. Έναν πανάρχαιο θεσμό να προσφέρει απλόχερα τα ιδανικά του σε όλους. Δε χρειαζόμαστε ένα μάτσο ντουγάνια και ένα φλασκί με μπικουτόβλαχες να μας κουνάνε περα δώθε γιατί κάποτε θα ξεράσουμε.

Αν χρωστάω μαθήματα; Εννοείται και πως χρωστάω... Είμαι Έλληνας φοιτητής και εκμεταλλεύομαι αυτή τη μικρή άνεση που κακώς μου δίνει το κράτος. Αλλά δεν ενοχλώ κανέναν. Και έχω και όνειρα. Και το καλό που σας θέλω να μην ενοχλείτε όυτε εμένα, ούτε τα όνειρα μου. Μαλάκες.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009


You relate through the bloodline
When you can never take anything that I give
Always wanting to relate through me
I go watch you slowly slip away

You're wanting to put your trust in
When I can feel this remedy kickin on
Just to taste it, just to want it
And I can say it's not my fault

Say it's alright
When I'm coming down
Not again it's so lifelike

Come make it alright
When I'm coming down
Not again I'm fragile

Would you choose me or just abuse me?
When I can never take anything that you give
Always wanting to relate through me
I go watch you slowly slip away

You're wanting to put your trust in
When I can feel this remedy kickin on
Just to taste it, just to want it
And I can say it's not my fault

Say it's alright
When I'm coming down
Not again it's so lifelike

Come make it alright
When I'm coming down
Not again I'm fragile

You see I'll be the one in your darkest time..

(It's not my fault!)

Should I begin to erase myself?
I'm caught in this picture of you
Should I begin to assess myself?
Tell me it's over..

It comes from above with these feelings
It takes you away and it buries your soul again
You're now blessed by ignorance
Cause you want to

So run with me if you must follow
I'll take you away to this place where we can be free
A place I call ecstasy

Now you lie alone
Your chance to stop and stare
God, I kiss your bones..
And say it's not my fault

Say it's alright
When I'm coming down
Not again it's so lifelike

Come make it alright
When I'm coming down
Not again I'm fragile

Well you say it's alright
When I'm coming down
Not again it's so lifelike

Come make it alright
When I'm coming down
Not again I'm fragile

Περιττά τα σχόλια... Φανταστική μπάντα...

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Etude for the Deceased

The young girl rose up from the muddy grounds she had fallen to and fixed her white dress.
"I' ve never owned a white dress..." she thought and her gaze wandered around the strange place. Mist covered everything apart from a lone manor about fifty paces ahead. She headed there with her heart beating fast. Upon reaching the green yard she noticed that the mist did not come to that place. In front of her, just a few steps ahead lay a huge black marble door bearing golden round doorknobs. The young girl fixed her dress one more time and passed her thin hand through her sleek blond hair in an attempt to take care of her visage while walking towards the black door. She took a deep breath and opened the door.
Darkness lay ahead scattered all over the place but in the middle something like a faint light formed a corridor about three feet in width. She started walking the corridor feeling uncertain and confused but not scared. Her heart was still racing though. After what seemed like a quarter of an hour, she reached a round wall encircling what seemed to be a parlour well guarded by another black marble door. The girl reached for the golden handle and pushed the door inside. It opened as if gliding in the air and she stood there, unmoving, facing the ajar door and the back of a weird figure sitting alone on what seemed to be the only trace of furniture around. A black piano.
"You might as well come in, dear..." sounded a deep low voice and her heart returned to its normal beats. She felt even more confused. That soothing voice belonged to someone long gone from her life, in a terrible accident. She could still hear the screaming in her dreams.
"Is this really you...?" she managed to whisper while taking small, childish steps towards the figure. The light was low but still, she could see the dark figure with the round belly, straighting the tie that came with the black tux he was wearing.
"Oh, my, have you really forgotten me...? It's only been a few hundred years..."
"What are you talking about? I am only sixteen... Grandpa, is that really you...?" she asked with a tremble in her voice.
"Oh, yes, you are right, I believe myself to be utterly stupid. I suppose you remember my death located somewhere around the earth year 2004?"
"What are you talking about... What is this place? Who are you? Why do you look like my grandpa?" Her voice began to fill with rage and anger.
"Easy Ponytail, it's me, I promise..."
"Mind if I ask you a question...?"
"Not at all" she said absentmindedly.
"Can I have a big hug like those you gave me back then?" he said and a big smile formed to his quite young face. He stretched his arms widely and looked deep in the girl's eyes. She smiled happily and ran towards him afraid that she might lose him again, once and for all this time. She did not care if this was a dream, or if she was on drugs although she detested them. All she cared about was that she could see him again. After a long minute the broad man sat down in front of the piano.
"I... I meant to ask you... Are you in Heaven?"
"Oh, little girl, I am afraid I cannot tell you this...As much as I love you, some things must be kept secrets...!" he said while moving a finger across her face in a gesture of denial. He smiled widely. "You' ve grown all right young lady. And this lovely dress of yours!"

"It is not mine!"
"You mean you stole it?" her grandfather frowned.
"No, no, I swear! I would never do something like that... I will not become like my parents."
"Sweetheart, your parents are gone now...You are safe now..."
"I hate them. Their love for substances and smoke and all this woes of the modern era, was so much greater than their love for me." Her fists clenched tightly. The middle aged man looked at her through his glasses and asked her politely.
"That is why you have us..."
"I don't have you anymore.. And Nanna misses you so much. At times I see her sitting on your old armchair, holding a picture of you and smiling while crying. I wish I could do that... But I feel dead inside..."
"Oh, no young lady that is far from harsh you know."
"I did not cry when you left!" she yelled. "I did not cry when the two of them got in jail. I did not cry when a gang stole my bike. I have never cried. I need to cry. If anything I owe a tear to those I loved and they are now long gone. Like you..."
"You owe me nothing. That is nonsense."
"But... I...Everyone cries!" she said desperately while looking at her grandfather. "We need it in order to cleanse our souls...And mine is empty now... It is too late..."
"Hmm... Look at yourself saying all these nice things...!" he said smiling.
"STOP smiling!" she yelled again. "And what's with the piano?"
"Oh, my dear, the piano is for the concert."
"What concert?" she asked abruptly.
"But of course, my concert! I composed it! And I brought you here to let you hear a piece..."
"But, you do not know how to play the piano... You have always told me..." she stood there thinking for a brief moment and then she jumped up screaming with joy "You did it! You did it! You always told me you wanted to play the piano but you did not have time to learn and... wait a moment..."
He smiled and nodded again. Her hands started to tremble. He kissed her forehead with a warm kiss and faced the piano. He touched a key and the beautiful melody unleashed itself in the room. The circular room was now filled with lights and well dressed people watching the orchestra located behind her grandfather. He turned to her still playing the wondrous melody that came to her ears. The crowd below stood stunned by the grandeur of music that flowed through the amphitheater and minutes later the applauds fought the fine wooden instruments. Her grandfather seemed so happy. She walked towards him and touched his shoulder. He turned his sweet and round face towards her and blinked his left eye.
"It is never too late, Ponytail...Kiss Nanna for me..." he said still smiling. Moments later everything went dark and a young girl with long blond hair jumped from her bed. A droplet of cold water stained her white pajamas and she raised her hand towards her eyes only to find tears of joy flowing down her face.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Τσιριμπίμ τσιριμπόμ με λεφτά και μπόλικο ρομάντσο

Ο καθυστερημένος τίτλος αναφέρεται στο ρομαντισμό που κείτεται κάπου βαθειά μέσα μου και ξυπνάει κάτι περίεργες ώρες με αποτέλεσμα να απορούν γενικώς όσοι με ξέρουν... Αλλά ρε γαμώ το δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι αν όντως παλαιότερα ήταν τόσο διαφορετικά τα πράγματα όσο λένε. Θα μιλήσω πάλι για την επιστημονική κοινότητα γιατί ευτυχώς ή δυστυχώς κατά κει κατευθύνομαι μια ζωή.

Τα τελευταία χρόνια πλανάται ένα τεράστιο κατήγορω στους απανταχού λεφτάδες. Ότι δηλαδη τα έχουν όλα έτοιμα και δε δουλεψαν ποτέ και απλα καρπώνονται τον κόπο τον άλλον και ένα σωρό ιστορίες τις οποίες πραγματικά γνωρίζουμε όλοι μας. Δε θα μιλήσω για τα ειδεχθή σκάνδαλα της πολιτικής και τα πεινασμένα τσακάλια που έχουν καταντήσει τη χώρα μας εντελώς σκουπίδι (ήταν στραβό το κλήμα, το φαγε και ο γάιδαρος...) αν και ομολογουμένως αυτά εμπίπτουν στην παρούσα κατηγορία. 

Ευτυχώς ή δυστυχώς οι άνθρωποι διαφέρουμε μεταξύ μας. (Ευτυχώς κατ' εμέ. Η Παπαρήγα και οι λοιποί κόκκινοι λενε δυστυχώς. Υπενθυμίζω δεν κάνω πολιτική προπαγάνδα.) Άλλοι είναι πιο φιλόδοξοι, άλλοι λιγότερο. Άλλοι πιο φιλάργυροι, άλλοι πιο ανοιχτοχέρηδες. Άλλοι δουλευταράδες, άλλοι τεμπελχανεία. Όπως είναι λογικό, τούτο συνεπάγεται και ένα διαφορετικό μέγεθος τσέπης. Και επειδή τα σάβανα δεν έχουν τσέπες ανέκαθεν, αυτά τα λεφτά που μαζεύονται και μαζεύονται και μαζεύονται κάπου πρέπει να πάνε. Αν πανε σε δουλευταρά, θα γίνουν επένδυση και περισσότερα χρήματα. Αν πάνε σε τεμπελχανείο, θα εξανεμιστούν στο πρώτο 24ωρο. Αν πάλι πάνε σε φιλάργυρο, θα μείνουν ίδια καθώς δε θα ξοδέψει δεκάρα. Αν πετύχουμε το τζακ ποτ και πάνε σε σπαγκοραμμένο μυαλωμένο δουλευταρά τότε σχηματίζεται ο επονομαζόμενος μεγιστάνας.

Και αυτά τα λεφτά όμως κάποια στιγμή θα μεταβιβαστούν. Και έτσι και έγινε. Και εφιστώ την προσοχή όλων όσων πιστεύουν ότι με το να καταριούνται και να ζηλεύουν θα φέρουν την ευτυχία στον εαυτό τους. Κάποτε τα λεφτά αυτά έφτασαν σε μυαλά φωτεινά και πεινασμένα για γνώση και μάθηση. Και κάποτε δημιουργήθηκαν οι πρώτοι επιστήμονες. Όλοι οι μεγάλοι που έθεσαν τα θεμέλια για να μπορούν να ζουν ακόμη και οι φτωχοί άνετα, ήταν πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι... Μα πως αλλιώς θα μπορούσες να σώσεις το τομάρι σου όταν στην εποχή που ζούσες, οι πόνοι της σκωληκοειδίτιδας αντιμετωπίζονταν με εξορκισμό δαιμόνων; Όταν οι όμορφες γυναίκες είχαν κατακτήσεις και επονομάζονταν μάγισσες; Ποιος φτωχός είχε πρόσβαση στην τότε γνώση και εκπαίδευση;

Ας μη βλέπουμε μόνο τη μια πλευρά του νομίσματος. Συμφωνώ ακράδαντα με το money makes the world go round αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δε χαμπαριάζουν. Και πάντα θα υπάρχουν. Όσο σκέφτομαι το κλασικό "εκείνες οι εποχές ήταν αλλιώς" τόσο αυτο αναιρείται στο κεφάλι μου. Διοτί δεν ήταν αλλιώς. Και τα φέουδα υπήρχαν και οι δούκισσες και οι λιμοί και οι πείνες και οι θάνατοι και οι αποκεφαλισμοί και τα κάστρα και η υπερμετρη φιλοδοξία και όλα. Τώρα βέβαια αυτά έχουν αλλάξει όνομα. Είναι γνωστά ως "Βουλή", "Πρωθυπουργός", "Υπουργός"... αλλά ξεφεύγουμε απο το όριο της μη πολιτικής συζήτησης.

Στην τελική δηλαδή τί έχει αλλάξει; Ας έρθει κάποιος με ιστορικά δεδομένα να μου πει "αυτό δε συνέβαινε τότε". Κανένας. Γιατί δυστυχώς τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου... Και ποια επιστήμη και κουραφέξαλα. Μόλις ανακάλυψα ότι ήμαστε οι ίδιοι κατεργάρηδες, κουτσομπόληδες, κακεντρεχείς μαλακοπίτουρες που ήμασταν πριν από 500 και βάλε χρόνια. Ποια λογική και ποιο χρήμα, εδώ με το ζόρι τρώμε. Μια γρίπη λέει κινδυνεύει να μας αφανίσει όλους.

Δεν ξέρω τι να σκεφτώ πια...




(σταυρωμένα χέρια και χάζεμα οθόνης για 2 λεπτάκια... Μετά πίσω στην παραγωγή των εξισώσεων του Maxwell με ανακετεμένη διάθεση...) 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χωροχρονικές Ανησυχίες

Δεν είναι λίγες οι στιγμές της μικρής ζωής μας κατά τις οποίες αναρωτιόμαστε τι θα συνέβαινε αν...(ελεύθερη σκέψη καθενός). Εγώ προσωπικά έχω συλλάβει τον εαυτό μου να προσπαθεί να βρει πολύ συχνά άκρη, έστω και με την απλή λογική που διαθέτει σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα που βασανίζουν ακόμη και τους μεγαλύτερους επιστήμονες του κόσμου κατά καιρούς. Εδώ ανακαλύπτει κανείς την τραγική ειρωνία της όλης αυτής εσωτερικής αναζήτησης στα άδυτα του επιστημονικού κόσμου καθότι διαφαίνεται πλέον ότι πρόκειται για κάτι εντελώς μάταιο. Παρόλα αυτά, το μικρό μου μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να σταματήσει να τρέχει αχαλίνωτα και να διασχίζει τα χωράφια οποιουδήποτε και όποτεδήποτε.

Είναι δεδομένο κατά κάποιον τρόπο στο κεφάλι μου ότι ο άνθρωπος είναι ένα εντελώς παραπλανημένο όν. Και το χειρότερο έιναι ότι αυτοπαραπλανόμεθα ανελέητα και αδιάκριτα σε όλους τους τομείς αναζητώντας το κάτι παραπάνω, αναζητώντας τρόπους να ενισχύσουμε τις ήδη εκπληκτικές δυνάμεις που έχουμε ως είδος με σκοπό να μιμιθούμε διεργασίες πολύπλοκες και τεχνικές. Το ενδιαφέρον της ελεύθερης σκέψης μου στέφεται συνήθως προς την απεριόριστη κίνηση μέσα σε ένα μέρος που ονομάζουμε Χωρόχρονο. Και αυτό γιατί πολύ αργότερα καταλάβαμε ότι αυτά τα δύο είναι μάλλον πάνε πακέτο. Έχει αποτελέσει όνειρο του κάθε ανθρώπου, έστω και για μια απειροελάχιστα μετρήσιμη ποσότητα χρόνου, να μπορέσει να ελέγξει την τέταρτη διάσταση που διέπει το σύμπαν μας. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η δύναμη του Χρόνου ήταν αντιληπτή από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ύπαρξής μας. Το πιο απλό παράδειγμα...Η μετάβαση από τον Ήλιο στο Φεγγάρι, από την ημέρα στη νύχτα, έδινε και δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση της προόδου. 

Αν κάποτε έιμαστε ικανοί να δαμάσουμε το χώρο και τον χρόνο, πως θα το εκμεταλλευτούμε; Θα γυρίσουμε στο παρελθόν και θα φροντίσουμε για το μέλλον μας; Με τη δική μου ταπεινή λογική, θα φαντάζουν ακατόρθωτες για αρκετά χρόνια ακόμη οι τηλεμεταφορές καθώς και οι βόλτες στο Χρόνο. Εδώ εισέρχεται και ένα καταπληκτικό παράδοξο:Ο Χρόνος για αρκετά χρόνια θεωρούνταν ανθρώπινη εφεύρεση. Αυτό και μόνο καθιστούσε τα ταξίδια σε αυτόν αδύνατα. Τα σενάρια "Back to the future" έπεφταν στο κενό και οι ανθρώπινες δυνατότητες περιορίστηκαν σημαντικά στη φαντασία κάποιων. Ώσπου ήρθε ένα μάτσο απο μυαλωμένους ανθρώπους και μας ενημέρωσε ότι ο Χρόνος είναι διάσταση και όντως διέπει κάθε μας κίνηση. Και ως διάσταση βέβαια, (αόρατη μεν, αλλά αντιληπτή κατά κάποιον τρόπο, δε...) θα πρέπει να είναι μεταβλητή. (Δεν είναι η σωστή λέξη αλλά κάνει τη δουλειά της...)

Από την άλλη μεριά, η τηλεμεταφορά βασίζεται σε ένα και μοναδικό σενάριο, το μοναδικό που μπορεί να την καταστήσει πραγματοποιήσιμη. Η ιδέα της καμπύλωσης του Χώρου με κατάλληλο τρόπο ώστε η Αφετηρία και το Τέρμα να βρίσκονται στην ουσία στο ίδιο μέρος ήταν αυτή που καθιέρωσε την τηλεμεταφορά δυνατή σε σειρές όπως το Star Trek. Μήπως όμως έχουμε παραβλέψει κάτι; Σύμφωνα με τις γνώσεις μου, ο Χώρος υπάρχει σε συνάρτηση με το Χρόνο και λογίζονται ως ένα ''πακέτο'', τον επονομαζόμενο Χωρόχρονο. Θα ήταν άραγε δυνατό να καμπυλώσουμε τον Χώρο αλλά να αφήσουμε τον Χρόνο ανέπαφο;

Οι μέχρι τώρα μελέτες και παρατηρήσεις είναι απογοητευτικές. Το μόνο πράγμα που φαίνεται να μπορεί να καμπυλώσει το Χωρόχρονο είναι σώματα μεγάλου βάρους. Τεράστιου βάρους. Κολοσσιαίων διαστάσεων για την ακρίβεια σε σύγκριση με τις δικές μας. Και ναι, αυτά τα σώματα είναι τα πλανητικά σώματα. Φανταστείτε ένα δίχτυ τεντομένο και στη μέση να αφήνουμε μια μπάλα από Μόλυβδο. Αν παρουσιάσουμε το δίχτυ ως το Χωρόχρονο και τη μπάλα ως ένα ουράνιο σώμα, τότε το βούλιαγμα που παρατηρείται από το βάρος της μπάλας είναι η καμπύλωση του Χωρόχρονου. Άρα για να τηλεμεταφερθούμε θα πρέπει να αποκτήσουμε μάζα της τάξεως των 5.9742 × 10^24 kg (η μάζα της Γης) και να κάμψουμε το Χωρόχρονο γύρω μας; Και αν η καμπύλωση δεν είναι αρκετή; Από την περίφημη εξίσωση του Einstein Ε=mc^2 θα πρέπει μάλλον να ξεχάσουμε τις μετατροπές μάζας αλλά και τα όνειρα της τηλεμεταφοράς. 

Όσο μεγάλο και όμορφο να είναι το σύμπαν δυστυχώς διακατέχεται από κάποια σαφή όρια. Κανένα σώμα δεν μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός. Αυτό όμως φαίνεται να είναι προϋπόθεση για την ραγδαία απόκτηση κολοσσιαίων ποσοτήτων μάζας ή ενέργειας με σκοπό την μετατροπή της σε μάζα (ναι,γίνεται...) και με λίγα λόγια βράσε ρύζι. 

Πριν από κάποιον καιρό έπεσε στο μάτι μου ένα άρθρο το οποίο μιλούσε για την επίτευξη ενός μακρινού στόχου για κάποιον που έζησε ελάχιστες δεκαετίες. Η τηλεμεταφορά φωτονίων ήταν πραγματικότητα. Διαβάζοντας το άρθρο προσεκτικότερα διαπίστωσα ότι δεν ήταν. Το μετέφεραν το φωτόνιο δε λέω αλλά στην προκείμενη περίπτωησ μάλλον η λέξη "Μετέφεραν" είναι λανθασμένος όρος. ''Ανδημιούργησαν'' θα έλεγε κανείς ένα άλλο ίδιο, σε μια άλλη τοποθεσία και ταυτόχρονα καταστρέφοντας το πρωτότυπο. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος η τηλεμεταφορά είναι πολύ πιθανό να καταστεί εφικτή για αντικείμενα. Τι γίνεται όμως με εμάς τους ανθρώπους;Δυστυχώς απότι φαίνεται, οι άνθρωποι δε γίνεται να τηλέμεταφερθούν διοτι κατέχουν ίσως το μοναδικό πράγμα που προσπάθησαν πολλοί να εξηγήσουν μα κανείς τους δεν τα κατάφερε στο τέλος:


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Come Whatever May...

Όχι, δεν αναφέρομαι στο ομώνυμο άλμπουμ των Stone Sour αν και ομολογουμένως απο εκεί δανείστηκα τον τίτλο. Αυτό που εκφράζει το παραπάνω είναι μάλλον ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι το μέλλον τους τελευταίους τρεις μήνες της ζωής μου. Αν δε προσθέσω και ένα μικρό κομμάτι του καταπληκτικού ''να κι αν γυρίζει, να και αν δε γυρίζει'' νομίζω ότι με καλύπτω πλήρως. Ένα κύμα αδιαφορίας να το πω; Ίσως πάλι και μια μυρωδιά απο απογοήτευση καθώς, λαθεμένα κατά τη γνώμη του προσωπικού μου ''ψυχολόγου'', πιστεύω ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχουν πάει στο βρόντο. Πιο σωστά: τα πέταξα στο βρόντο...

Τι φάση? 

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Σκοπίδα και πμάζα

Μια από τις πιο συχνές εκφράσεις που ακόυω τελευταία είναι η παρακάτω
"Βρωμάει ψόφιο...!"
Και ενώ κανείς αναρωτιέται για το που στο καλό το πάει ο ευφυής μας ιστολογογράφος (μα τι ηλίθια λέξη...) [όποιος αναρωτιέται το παραπάνω παρακαλείτε όπως κανονίσει συνάντηση με ψυχολόγο] και αναζητεί τα πολύπλευρα μηνύματα αυτής της, καταλήγω στο ότι αδίκως αναρωτιέστε. Για να καταλάβετε ίσως τι εννο΄λω και να μην αλλάξετε ιστοσελίδα μέσα στα επόμενα δέκα δευτερόλεπτα, θα μπωστο ψητό.

Η πόλη μου βρωμοκοπάει. Αλήθεια. Κάθε τέσσερις κάδους βρωμάει ψόφιο. Δεν είναι αστείο. Καλά κάνετε και γελάτε, ίσως έιναι αδύνατο και να το πιστέψετε αλλά δυστυχώς τα πράγματα έτσι είναι. Βεβαίως βεβαίως αναφέρομαι σε μια πλή καθημερινή βόλτα σε διάφορες γειτονιές της Θεσσαλονίκης διοτί αν λάβω υπόψη τις λαϊκές αγορές τότε πολύ απλά αυτό το blog θα πάρει ένα rating pg-18 και τελείωσε η υπόθεση. Σουλατσάρωντας εχθές κατά το σπίτι μου παρέα με μια όμορφη παρουσια ( ;) ) συζητούσαμε το πόσο συχνα λέμε τη φράση "βρωμάει ψόφιο" και αλλάζουμε πεζοδρόμιο. Τα σκουπίδια έχουν κατακλύσει τα πάντα. Οι κάδοι ξεχειλίζουν πλέον με ταχύτατους ρυθμούς, δεν καθαρίζονται παρά μονο μια φορά το χρόνο από το ειδικό όχημα του δήμου (αναφέρομαι στα στενοσόκακα καθότι σε κεντρικούς δρόμους καθαρίζονται αρκετά συχνά) και σαν να μην έφτανε αυτό, μας κλείνουν και τη χωματερή με το έτσι θέλω. Δεν τους κατηγορώ καλά κάνουν οι άνθρωποι, αλλά στην τελική δική τους επιλογή ήταν να ενισχύσουν τα λάθη της πολιτείας και να κατοικήσουν μια τόσο εν δυνάμει επικίνδυνη περιοχή.

Έχω σιχαθεί να ξέρω πλέον τι χρώμα σακκούλας σκουπιδιών προτιμάει ο γείτονας. Αυτή η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Και εκεί που εκνευρίζομαι ακόμη περισσότερο είναι όταν βλέπω μεγάλα πακέτα με εφημερίδες της εβδομάδας απέξω από τους πράσινους κάδους. Συγγνώμη δηλαδή, αλλά εγώ που τα μαζεύω και τα πετάω 23 μέτρα πιο πέρα στον κάδο που γράφει "ΧΑΡΤΙ" είμαι ηλίθιος?

*συνεχίζεται, τα παιξε το πισί μου*

Κυριακή, 31 Μαΐου 2009


"Το χρειάζομαι γαμώ το δεν καταλαβαίνεις ;"

"Δε με ενδιαφέρει. Δεν κάνω ψυχικά κοπελιά. 40 ακατέβατα και έφυγες" είπε ο όμορφος νεαρός.

"Δεν έχω πάνω μου τόσα αλλιώς θα σου τα έδινα... Δώσε μου λιγότερο... Δε ζητάω ψυχικό...

Δε μπορώ χωρίς αυτό..." ψέλλισε δειλά η ξανθιά αδύνατη κοπέλα και τα μάτια της βούρκωσαν

Δεν ήταν από την κατάντια στην οποία είχε πέσει. Δεν ήταν από το ρουφηγμένο της πρόσωπο που αντίκρυσε το πρωί στον καθρέφτη. Ήταν από τον πόνο και την ένταση. Έπρεπε να πάρει μια δόση ακόμη. Έπρεπε να ακουμπήσει την πλάτη στον τοίχο  στο πιο σκοτεινό σοκάκι της πόλης και με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού που μόλις έχει αποκτήσει το αγαπημένο του παιχνίδι να ψάξει δειλά δειλά να βρεί μια γερή φλέβα για να περάσει τη σωτήρια ουσία στο αίμα της.

Και μετά να ταξιδέψει ατελείωτα από το σήμερα στο άυριο, από το χθες στο πέρσι που ήταν όμορφη και γερή, να αναπολήσει, να καταραστεί, να γελάσει και να σηκωθεί να πάει στο μπουρδέλο που αποκαλεί "σπίτι" παρέα με τους υπόλοιπους.

Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δε θα πάρει τη δόση της γιατί δεν έχει αρκετά λεφτά επάνω της. Δε θα ταξιδέψει. Δε θα αναπολήσει. Θα πονάει ατελείωτα μέχρι να την προδώσει η καρδιά της ή ακόμη ακόμη μέχρι να αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στον πόνο και τη θλίψη και να φουντάρει από κάπου ψηλά.

Ίσως καταφέρει να πετάξει τότε! Και θα είναι πραγματικά ελεύθερη. Από τον πόνο; Από το μυαλό της. Δεν ξέρει. Μπερδεύεται. Δεν έχει καταλάβει ότι κρατάει τον όμορφο νεαρό από το παντελόνι και σέρνεται στη βρεγμένη άσφαλτο. Δεν έχει καταλάβει ότι τον παρακαλάει να τη λυπηθέι και να της δώσει αυτό που τόσο πολύ ψάχνει. 

"Κοπελία είσαι καμένο χαρτί. Πρώτη φορά μου τυχαίνει κάτι τέτοιο." είπε αυστηρά ο νεαρός ανάβοντας ένα τσιγάρο. 

"Καπνίζεις;" τη ρώτησε συμπονετικά.

"Όχι, κάνει κακό" απάντησε εκείνη σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυά της με το χέρι της.

Ο όμορφος νεαρός χαμογέλασε και της έδωσε μια σύριγγα με αυτό που ήθελε η κοπέλα. 

"Πάρτο και φύγε" της είπε. "Δε θέλω τίποτα."

Εκείνη ψέλλισε ένα ευχαριστώ μέσα από τα δόντια της και έψαξε για το σκοτεινότερο σοκάκι της πόλης.


"Μάκη έλα γρήγορα!" ακούστηκε μια φωνή μέσα στη φασαρία της πρωινής κίνησης.

"Τι έγινε ;" ήρθε η απόκριση από λίγο πιο μακριά

"Άλλη μια..." απάντησε λυπημένα η πρώτη φωνή και συνέχισε "Κάλεσε το κέντρο εγώ θα δω αν έχει ταυτότητα πάνω της"

Ο θόρυβος από τα παπούτσια στο λερωμένο πεζοδρόμιο χάθηκε μέσα στις κόρνες και το θόρυβο από την κίνηση της πόλης. Αεικίνητες λωρίδες οχημάτων πακτωμένων με βιαστικούς ανθρώπους που τρέχουν για να προάβουν το μεροκάματο. Και κάπου εκεί ένας γονιός περιμένει από ώρα σε ώρα να χτυπήσει το τηλέφωνο του σπιτιού και να ακούσει νέα από το παιδί του... Για το παιδί του... 


"Τί έγινε πάλι ; " αναρωτήθηκε ο Μάκης.

"Ούτε 17 ρε μαλάκα... Ούτε 17..."

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Νέα Υλικά, Νέες Τεχνολογίες...

Νέα Υλικά, Νέες Υποσχέσεις...?

Το παρόν άρθρο αφορά μια εργασία που κάναμε εγώ και ο συμφοιτητής μου Bermond για ένα εργαστήριο στη σχολή και μας κέντρισε αρκετά το ενδιαφέρον. Ας τα πάρω από την αρχή τα πράγματα εντελώς περιληπτικά και γενικά με σκοπό να κατανοηθεί από όσους το διαβάσουν.
Η όλη φιλοσοφία των ηλεκτρονικών υπολογιστών στηρίζεται στην ύπαρξη δυο διακριτών καταστάσεων της μηδεν “0” και της ένα “1” τις οποίες μπορούν και ξεχωρίζουν τα ηλεκτρονικά συστήματα. Κάθε μηδεν ή ένα στοιχείο αποτελεί ένα κομμάτι πληροφορίας, και μάλιστα δυαδικής πληροφορίας καθώς κάνουμε χρήση του δυαδικού συστήματος των μαθηματικών και ονομάζεται bit. 8 bit αντιστοιχούν σε 1 byte.
Τα σημερινά μαγνητικά μέσα αποθήκευσης στηρίζουν τη λειτουργία τους στη μαγνήτιση όπως προδίδει και το όνομά τους. Αποτελούνται απο μικροσκοπικούς κόκκους μαγνητικού υλικού με την ικανότητα να βρίσκονται σε δυο καταστάσεις. Ας πουμε με τον βόρειο πόλο προς τα πάνω και με το νότιο πόλο προς τα πάνω. Η εικόνα φαίνεται πιο κατανοητή σίγουρα.  

Ας ονοματίσουμε τον προσανατολισμό του μαγνήτη με το νότιο πόλο ως “down” και τον αντίθετό του ως “up”. Έτσι λοιπόν, αυτοί οι κόκκοι έχουν από τη φύση τους ενσωματωμένες αν θέλετε, δυο διακριτές καταστάσεις, τις upκαι down και τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να τις χρησιμοποιήσουμε για την αποθήκευση bits και κατά συνέπεια bytes, Kbytes, Mbytes, Gbytes, και στη σημερινή εποχή μέχρι και Tbytes. Ας αντιστοιχίσουμε την κατάσταση down στο ψηφίο 0 και την κατάσταση up στο ψηφίο 1.Χρησιμοποιώντας ένα λεπτό στρώμα μαγνητικού υλικού αποτελούμενου απο μικροσκοπικούς μαγνητικούς κόκκους επάνω σε έναν δίσκο και μια λεπτή μαγνητική βελόνα μπορούμε να ελέγξουμε τον προσανατολισμο των κόκκων και κατά συνέπεια τις καταστάσεις down και up και voila! Έχουμε στα χέρια μας κομμάτια δυαδικής πληροφορίας αποτελούμενα απο 0 και 1 bits. .
 Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το παραπάνω αποτελεί απλά ένα παράδειγμα για καλύτερη κατανόηση και σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει την ακριβή λειτουργία των μαγνητικών δίσκων.
Με σκοπό να μεγαλώσουμε τον όγκο των πληροφοριών των δίσκων αλλά να μην καταλήξουμε να χρησιμοποιούμε σκληρούς δίσκους σε μέγεθος πλοίων, αναγκαστήκαμε να μικρύνουμε τους κόκκους. Τα προβλήματα ξεκινάνε κάπου εδώ. Όσο μικραίνουμε τους κόκκους, τόσο περισσότερο δυσχεράινουμε τη δουλειά της βελόνας. Αν το θέσω με διαφορετικούς όρους, οι μαγνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ μεταξύ κόκκων και βελόνας είναι μεγάλης απόστασης αναλογικά με το μέγεθος των κόκκων. Η ακριβής αλληλεπίδραση δυσκολεύει αρκετά και όσο κατεβαίνουμε σε μέγεθος οδηγούμαστε σε φαινόμενα μεταφοράς φορτίων με συνέπεια την υπερθέμανση του υλικού και την ανεπανόρθωτη βλάβη. Για τους πιο επιστήμονες αρκέι το “Σιγά σιγά θα μεταβούμε στο υπερπαραμαγνητικό όριο των υλικών”.  
Ένα δέυτερο πρόβλημα που παρουσιάζεται είναι η ανικανότητά μας να παράγουμε κόκκους ενιαίου μεγέθους και όμοιων ιδιοτήτων σε τόσο μικρά μεγέθη.
Αυτό είναι και το όριο των σημερινών συσκευών αποθήκευσης.
Μια νέα ιδέα έρχεται από το πεδίο της ανόργανης χημείας και της επιστήμης των υλικών. Να χρησιμοποιήσουμε αντί των κόκκων τα γνωστά σε όλους και μικροσκοπικά μόρια. Είναι προφανές ότι ένα μόριο έχει πάντα ενιαίο μέγεθος, σχήμα και φυσικά καθολικές ιδιότητες. Και πως θα μπορέσουμε να εισάγουμε τη δυαδική πληροφορία σε ένα μικροσκοπικό μόριο; Η ιδέα είναι να καταφέρουμε να κατασκευάσουμε μόρια τα οποία θα έχουν μαγνητικές ιδιότητες. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την εισαγώγή των bits στο νέο υλικό και κατά συνέπεια τη χρήση του σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και όχι μόνο.
Εδώ πρέπει να εξηγηθεί η συμπεριφορά των μορίων ως μαγνητών καθότι τα μόρια δεν εμφανίζουν βόρειο και νότιο πόλο όπως τα κοινά σιδηρομαγνητικά υλικά αλλά δημιουργούν τις δυο διακριτές καταστάσεις εκμεταλλευόμενα τις καταστάσεις των spin των ατόμων τους. Δε θα αναπτύξω το συγκεκριμένο θέμα καθώς χρήζει ιδιαίτερης δυσκολίας για κάποιον που δεν ασχολείται αλλά θα χαρώ να στείλω διευκρινήσεις σε όποιον ενδιαφερθει  . Αν ορίσουμε λοιπόν δυο καταστάσεις ως down και up και αυτές είναι ακριβώς αντίθετες μεταξύ τους, επανερχόμαστε στην αντιστοίχισή τους σε 0 και 1, όπως και με τα μαγνητικά υλικά μόνο που αυτή τη φορά λειτουργούμε σε νανοκλιμακα καθώς έχουμε μετατρέψει ένα και μόνο μόριο σε έναν κατά πολύ μικρότερο αλλά ανάλογης λειτουργίας μαγνητικό κόκκο! Φανταστείτε τώρα πόσο πιο πυκνή μπορεί να γίνει η αποθήκευση των δεδομένων όταν μεταπηδάμε από την τάξη μεγέθους των μικρομέτρων στην κλίμακα των νανομέτρων.
Αυτή τη στιγμή οι –όπως αποκαλούνται- μονομοριακοί μαγνήτες λειτουργούν μόνο σε θερμοκρασίες 3 K (-270ο C) δηλαδή μόλις τρεις βαθμούς μακριά από το απόλυτο μηδέν και η στιγμή που θα γίνουν έτοιμοι προς χρήση για τους προσωπικούς μας υπολογιστές απέχει έτη φωτός. Βιβλιογραφικά δεδομένα αναφέρουν ότι το ποσο αποθήκευσης ανά τετραγωνικό εκατοστό υλικού αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα 4Gbits ενώ με τη χρήση μονομοριακών μαγνητών θα φτάσει στα 6.5Tbits. (δηλαδή απο 512 MB στα 832 GB)

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Issue #3

Ο Ιερεμίας δεν είχε αλλεργία στο πιπέρι. Κανένα σκουλήκι δεν είχε αλλεργία στο πιπέρι. Για την ακρίβεια, όσα σκουλήκια είχαν την ατυχία να είναι αλλεργικά εμφάνιζαν πρόβλημα μόνο σε κοκκινωπά φυτά με μοβ σπόρους και το πιπέρι δεν ήταν ένα από αυτά. Ο Ιερεμίας είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς καθώς ανέβαινε τη μεγάλη ελικοειδή σκάλα που θα οδηγούσε μετά από περίπου ένα χιλιόμετρο ανέβασμα στην κρεβατοκάμαρα. Ανέβαινε αργά καθώς ανέλυε την κατάσταση στο αναμφισβήτητα σπουδαίο μυαλό του.
 Ο Ιερεμίας είχε την περίεργη τύχη να γεννηθεί ένας «Διώκτης». «Διώκτες» ονομάστηκαν από τους επιστήμονες μια σπάνια φυλή σκουληκιών η οποία κατείχε την ιδιότητα να εμφανίζει τα συμπτώματα της αλλεργικής αντίδρασης αμέσως μόλις απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα μια ποσότητα ενός δηλητηριώδους προϊόντος. Ονομάστηκαν έτσι κυρίως γιατί χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα είτε ως βασιλικοί φύλακες είτε ως ανιχνευτές των Αστυνομικών Αρχών. Ελαφρά συμπτώματα όπως φαγούρα και τσούξιμο τον ματιών προκαλούσαν συνήθως τα ελαφρά δηλητήρια που το μόνο που μπορούσαν να προκαλέσουν ήταν στομαχικές διαταραχές. Δηλητήρια υψηλού κινδύνου θεωρούνται όσα προκαλούν αρχικά έντονο φτέρνισμα και συνοδεύονται από οξύ πονοκέφαλο. Εάν τα πρώτα αυτά συμπτώματα ακολουθεί και ένα μικρό εξάνθημα στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού των Διωκτών, τότε το δηλητήριο είναι θανατηφόρο και ανάλογα με την έκταση του εξανθήματος πιθανολογείται ότι εκείνος που πρόκειται να δηλητηριαστεί έχει από έξι ώρες έως και τρία λεπτά χρόνο ζωής…
 Οι Διώκτες ήταν πλέον ένα σπάνιο φαινόμενο καθώς αλληλοεξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους κατά τον Εμφύλιο των Διωκτών. Αυτός προκλήθηκε από τους Οπισθοδρομικούς Διώκτες, οι οποίοι πορεύονταν με την άποψη ότι το περίεργο χάρισμα τους ήταν δώρο του μεγάλου Θεού από εκείνον προς αυτούς και πίστευαν πως ήταν ασέβεια να το μοιράζονται με τον υπόλοιπο κόσμο. Μία χρονιά, κηρύχθηκε πόλεμος από μια ρήξη μεταξύ των δύο φυλών, κυρίως εξαιτίας οικονομικών διαφορών. Όσοι πληθυσμοί Διωκτών γλύτωσαν, συμφώνησαν να ξεχάσουν το θέμα και να διασκορπιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπου και θα έκαναν τις οικογένειές τους. Λέγεται ότι κατάφεραν να επιζήσουν μόνο πέντε Διώκτες και κανένας από αυτούς δεν ήταν Οπισθοδρομικός. Όσο για το παράξενο ταλέντο τους, συμφώνησαν να μείνει από εδώ και πέρα ένα μυστικό καλά κρυμμένο μες στους επόμενους αιώνες, ένας θρύλος, που το όνομα του τώρα πια αντηχούσε στα αυτιά των γηραιότερων σκουληκιών σαν παραμύθι…
 Ο Ιερεμίας αποφάσισε πως θα ήταν σαφώς καλύτερο να τηλεμεταφερθεί από το να ανεβεί τα εναπομείναντα 728,5 μέτρα με τα πόδια. Αν σταματούσε μόνο αυτός ο φριχτός πονοκέφαλος που τον είχε πιάσει το τελευταίο λεπτό…
* * *

 «Μη γλυκιά μου, όχι αυτό το βάζο…»
 «Να σκάσεις!» ούρλιαξε από θυμό η βασίλισσα Κλημεντίνη καταστρέφοντας την βαζοπεριουσία του συζύγου της που με τόσο κόπο είχε συγκροτήσει.
 «Μα δε νομίζω ότι είναι λόγος αυτός για να γίνουν όλα άνω κάτω πάλι… Στο κάτω κάτω δεν έγινε και τίποτα…»
Η Κλημεντίνη αγνόησε το σύζυγο της και συνέχισε να σπάει ένα ένα τα βάζα του συζύγου της.
 «Ακούς εκεί που θα μου πει εμένα ότι του αρέσει περισσότερο πως είμαι τώρα παρά πριν 45 χρόνια! Άντρες! Τίποτα δεν καταλαβαίνουν πια… ΤΙΠΟΤΑ!» αφήνιασε η Κλημεντίνη αρπάζοντας ένα μεγάλο πιάτο για τα επίσημα γεύματα…
 «Μη καλή μου, όχι το πιάτ…»
 «ΕΙΠΑ ΣΚΑΣΕ! Δηλαδή για ποιο λόγο με παντρέυτηκες? Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς σήμερα το καταλαβαίνεις? » αντιμίλησε η Κλημεντίνη και έκανε μια κίνηση να πετάξει το πιάτο κατά τον άντρα της.
 Ο Ιερεμίας ο οποίος είχε την τέχνη να εμφανίζεται πάντα στην πιο κρίσιμη στιγμή, έσκασε μύτη στη μέση της μάχης. Με μία αστραπιαία κίνηση του μπαστουνιού του δημιούργησε ένα γαλάζιο περίβλημα γύρω από την βασίλισσα μέσα στο οποίο ο χρόνος σταματούσε να κυλάει, ενώ η άψογη προστατευτική αύρα του διέλυσε το πιάτο σε άπειρα μικρά κομματάκια πορσελάνης μεταφέροντάς το σε μία άλλη διάσταση, από την οποία μόνο ο Ιερεμίας μπορούσε να το επαναφέρει. ¨Όλα αυτά χωρίς να κουνηθεί ούτε χιλιοστό από τη θέση στην οποία εμφανίστηκε.
 Με την έκφραση της απόλυτης ηρεμίας στο πρόσωπό του, χαμογέλασε εγκάρδια στο Μεγαλειότατο: 
 «Λοιπόν αγαπητέ Θεόφιλε, φαίνεται πως έφτασα επάνω στο καθιερωμένο μεσημεριανό καβγαδάκι…»
 «Ιερεμία… ουφ…!» λαχάνιασε ο Μεγαλειότατος. βγαίνοντας πίσω από τις κουρτίνες. 
 «Σου χρωστάω τη ζωή μου…»
 «Έλα αηδίες… Θα προτιμούσα ένα γεύμα με τη βασιλική οικογένεια…!»
 «Έξοχα! Πότε θέλεις?»
 «Και τώρα μη σου πω…» 
 «Συμβαίνει κάτι?» ανησύχησε ο Μεγαλειότατος.
Το μυαλό του Ιερεμία συνέχιζε να δουλεύει πυρετωδώς. Περίμενε το επόμενο σημάδι. Ένα σπυράκι στο δάχτυλο του αρκούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Ήταν ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σώσει το Βασιλικό ζεύγος σε περίπτωση που κάποιο κακόβουλο σκουλήκι προσπαθούσε να τους δηλητηριάσει.
 «Και ναι, και όχι…» 
Με μία ακόμη κίνηση, λιγότερο βιαστική αυτή τη φορά άλλά το ίδιο επιδέξια, απελευθέρωσε τη ζαλισμένη βασίλισσα από τη Χρονοφούσκα.
«Τι συνέβη?.. Α! Καλώς τον… Καλά δεν έχεις βαρεθεί να μας ακούς κάθε φορά?»
«Γιατί Κλημεντίνη εσύ δε βαρέθηκες να του φωνάζεις?» της είπε χαμογελαστά ο Ιερεμίας. Ύστερα, παίρνοντας ένα σοβαρό ύφος τους ενημέρωσε για τα πρωινά δρώμενα και τους ζήτησε να τους συνοδεύσει στο δείπνο.
Η Κλημεντίνη μίλησε πρώτη.
 «Μια απορία μόνο…»
«Πως είσαι τόσο σίγουρος γι αυτά που λες? Εδώ καλά καλά δεν πρόλαβες να ανακρίνεις εκείνα τα δύο σκουλήκια.»
«Και κάτι μου λέει ότι ούτε και πρόκειται να τα ανακρίνω και ποτέ… Αρνούμαι να απαντήσω στην ερώτησή σου Κλημεντίνη, με προσβάλλει τα μάλα…Θα σας περιμένω κάτω στην τραπεζαρία.» κατέληξε και κίνησε κατά την πόρτα.
« Εεε… Ι… Ιερεμία?»
«Ακούω Μεγαλειότατε…» απάντησε ο Ιερεμίας χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. 
  «Εεε… Να… ξέρεις μωρέ τώρα πως αντιδρούν οι καθαρίστριες… όταν βλέπουν τέτοια χάλια στο παλάτι… Μήπως θα μπορούσες… Να κ… κάνεις κάτι?»
δίστασε ο αυτοκράτορας.
 Ο Ιερεμίας, ατάραχος όπως πάντα, και χωρίς να γυρίσει προς το μέρος τους κούνησε το ραβδί του και μια σκούπα, μια σφουγγαρίστρα και ένας κουβάς που εμφανίστηκαν από το πουθενά, έπιασαν αμέσως δουλειά. Στη συνέχεια, έφυγε από το δωμάτιο σιγοτραγουδώντας ένα παλιό διάσημο τραγούδι. Η Κλημεντίνη μίλησε πρώτη μετά από ένα περίπου λεπτά έντονης σιωπής. Ακόμη και το σφουγγαρόπανο ήσυχο ήταν…
 « Πρόσεξες ότι πάλι απέφυγε την ερώτηση μου?»
 «Το πρόσεξα…» ομολόγησε ο Μεγαλειότατος.
 «Τι θα κάνουμε με αυτόν?» ρώτησε αινιγματικά αλλά με όψη μάλλον χαμογελαστή.
 «Το ερώτημα είναι τι θα κάναμε χωρίς αυτόν…» απάντησε ο Θεόφιλος και κίνησε κατά την τουαλέτα. 
* * *
Τα δυο ρεμάλια που βρίσκονταν στο υπόγειο του Ιερεμία είχαν αρχίσει να συνέρχονται. Πρώτο άνοιξε τα μάτια του το πιο γεροδεμένο σκουλήκι και όπως ήταν λογικό προσπάθησε να καταλάβει πού στο καλό βρισκόταν. Το καινούριο τους σπιτικό ήταν μες στη σκόνη και συνειδητοποίησε πως μπορούσε να αναπνεύσει με μεγάλη δυσκολία. Να έφταιγε η σκόνη? Μήπως ο θεότρελος μάγος που τους είχε φυλακίσει είχε κάνει και κάποιο ξόρκι επάνω τους έτσι ώστε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε προσπάθεια διαφυγής τους? Τα ερωτήματα κατέκλυζαν το μυαλό του. Αδυνατούσε να σκεφτεί καθαρά. Γιατί? Και γιατί δεν είχε συνέλθει ακόμη ο φίλος του?
Σε μια ύστατη προσπάθεια να βολευτεί καλύτερα στη θέση του λιποθύμησε από μια ραγδαία εξάντληση που κατέλαβε όλο του το σώμα και έπεσε άθελα του στο κεφάλι του συντρόφου του παρατείνοντας για πολύ την κατάσταση λήθης και των δυο τους.

* * *

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Είμαι τόσο κακός?

Κάποτε είχα παίξει σε ένα μικρό θεατρικό στη γιορτή του σχολείου μαζί με μια κοπέλα. Εγώ λέει παρίστανα τον πατέρα της. Εκείνη τη λέγανε Ελένη στο έργο. Φοιτήτρια. Θυμάμαι ότι είχα πρόβλημα στο πως να παίξω έναν τόσο αυστηρό και παράλογο πατέρα γιατί ο ίδιος ως Στέλιος, συμφωνούσα με την Ελένη. Όταν λοιπόν μπήκα στο σπίτι μας (δηλαδή ανέβηκα στη σκηνή), κάθισα να διαβάσω εφημερίδα. Λίγο αργότερα μπήκε η Ελένη αναψοκοκκινισμένη και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν 17 Νοεμβρίου 1973 και έξω γινόταν της μουρλής. Ο ανήσυχος πατέρας σηκώθηκα και πήγα να ρωτήσω τι συμβαίνει. Εκείνη με τρομερό θυμό και πάθος μου εξηγεί ότι όλη η Αθήνα είναι στους δρόμους, ότι γίνεται χαμός και ότι πρέπει να πάμε όλοι μαζι να διώξουμε το στρατό από τους δρόμους! Όλοι οι φοιτητές, όλοι οι νέοι, όλοι οι γέροι είχαν παραταχθεί έξω από την πόρτα του Πολυτεχνείου.
Εμένα όμως δε μου αρέσει αυτό. Και καταλήγω σε έναν επικό καυγά με την κόρη μου εκείνη να προσπαθεί να με πείσει ότι πρέπει να βγούμε στους δρόμους, ότι τώρα είναι η ευκαιρία να δείξουμε τι αξίζουμε ως λαός, αλλά εγώ φεύ, δειλός του κερατά. Έχοντας ήδη μια απώλεια στην πλάτη, αυτή της γυναίκας μου, δε θα άντεχα να χάσω και το μοναδικό πράγμα στον κόσμο, την κόρη μου. Η Ελένη όμως δεν καταλάβαινε τη μεριά μου, νέο και ατίθασο παιδί και αφού με έβρισε για τα καλά σηκώθηκε κι έφυγε. Εγώ ως πατέρας, πανικοβλήθηκα, τα χασα, χέστηκα πάνω μου άμα θέλετε αλλά και νευρίασα. Με την ανυπακοή της Ελένης ή με τον εαυτό μου; Μια μούχλα και μισή. Όλοι έξω ήταν! Εγώ γιατί να μην πάω δηλαδή; Για πόσο ακόμη θα βαραίνει τους ώμους μου η σκια της δικτατορίας και το φτερωτό πουλί της; Στην τελευταία σκηνή, αρπάζω το παλτό μου και βγαίνω βιαστικά έξω από το σπίτι.
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009 φοιτητικές εκλογές. Μια εβδομάδα πριν δεν υπάρχει ούτε ένα άτομο το οποίο να εμπλέκεται με τα κοινά και να μην είναι στη σχολή. Ακόμη και αυτοί που δεν πατάνε το ποδαράκι τους ούτε καν για τα υποχρεωτικά εργαστήρια είναι κάάάθε μέρα εκεί. Και είναι και φίρμες οι άτιμοι. Όλοι τους χαιρετάνε όλοι τους γνωρίζουνε. Αυτοί οι φοιτητές ήταν που έριξαν και τη δικτατορία το ’73; Αυτοί οι φοιτητές θα έρθουν να σε παρακαλέσουν να τους ψηφίσεις πάντως. Και μιστερ Πρόβατο θα πας. Ω, ναι θα πας, γιατί είναι πολύ κρίμα να μην ρίξεις ψήφο εμπιστοσύνης στον κολλητό σου που έχει επιλέξει ως μέσο εκφρασης την PQR πολιτική παράταξη.
Θυμάμαι σε μια από τις φετινές γενικές συνελεύσεις κέρδισε η ΔΑΠ Ν.Δ.Φ.Κ. και όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα ακούστηκε το καταπληκτικό «ΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ!!! Θα πάμε DOGS το βράδυ! Κερδίσαμε!»
Τώρα τι να σχολιάσω... Σχολιάστε εσείς οι 3 που μπορεί να διαβάσετε αυτό το κείμενο.
Που θέλω να καταλήξω; Οι φοιτητές θεωρούνται το μέλλον. Ο σπόρος που θα φυτέψει το κράτος και θα ανθίσει προσφέροντας μια αναβάθμιση σε όλα τα επίπεδα. Η Νέα Γενιά που έχει μαζί της την πείρα των παλιών και τη δίψα των νέων. Που είναι ατίθαση γεμάτη με πάθος, γεμάτη με όνειρα, που ξεχ...

Γη καλεί Στε, σύνελθε.

Πάμε από την αρχή.

Οι φοιτητές είναι οι αλήτες. Αυτοί που τα προκαλούν όλα. Που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε παρά μόνο για τη φραπεδιά τους. Οι φοιτητές αρνούνται να δεχτούν τη μόρφωση που τους προσφέρεται κλείνοντας τις σχολές και βάζοντας λουκέτο. Οι φοιτητές θέλουν τους μπάτσους νεκρους και μακριά από το άσυλο για να διακινούν παράνομα ναρκωτικά. Οι φοιτητές αποτελούν την τροχοπέδη του συστήματος.

Η αλήθεια; Κάπου στη μέση.

Ένας μέσος φοιτητής έχει περάσει σε μια σχολή που δεν του αρέσει και θα κάνει τα πάντα για να πάρει ένα καταπληκτικό πτυχίο το οποίο και θα κορνιζάρει και σε όλη αυτή την καταπληκτική σταδιοδρομία θα αναρωτιέται τι σκατά έκανε λάθος και σε ποια οικοδομή να πάει να γίνει μπετατζής αφού αποφοιτήσει. (Προς Αλλάχ δεν έχω κάτι με τους μπετατσίδες). Στους τοίχους του Χημικού έχει γραφτεί η απόλυτη αλήθεια. Είναι το είδωλο που ξεπροβάλλει από τον καθρεφτη που ονομάζεται Πανεπιστήμιο όταν κοιτάει μέσα η πλειοψηφία των σημερινών φοιτητών.

«Δε θέλουμε γνώσεις, θέλουμε πτυχία»

Και γω που θέλω γνώσεις; Εγώ που έχω όνειρα; Εγώ που αυτή τη στιγμή μπορώ να ονοματίσω τον επόμενο Φρόυντ, τον επόμενο Σπύρου που θα φύγει να χειρουργήσει στο Memorial, τον επόμενο Χάιζενμπεργκ, την αυριανή Μαρία Χούκλη, τον μελλοντικό εφευρετη της ένωσης που εξοντώνει τον καρκίνο, μπορώ να δω αυτά τα όνειρα στα μάτια τους, στις κουβέντες τους, στις κινήσεις τους. Εγώ δηλαδή που θέλω το κάτι παραπάνω καλούμαι να επιλέξω ανάμεσα σε τρία χρώματα, μπλε, κόκκινο, πράσινο και να αφήσω το μέλλον μου στα χέρια τους. Γιατί αυτοί ενδιαφέρονται για σένα αγαπητέ ονειροπόλε φοιτητή. Μα ναι, φυσικά και ενδιαφέρονται! Δεν ξέρουν αυτοί τα προβλήματα της εκπαίδευσης; Τα ξέρουν και πάρα πολύ καλά μάλιστα γι αυτό και αρνούνται να πατήσουν έστω και σε ένα αμφιθέατρο. Γι αυτό και ζητάνε από μια σελίδα στο facebook τα -sos και ο θεός να μας σως’- για το δείνα μάθημα.
Α ρε φοιτητή, που κατάντησες. Από τη μια να ρίχνεις κυβερνήσεις και από την άλλη να ρίχνεις την ψήφο σου σε ανίδεους.

Τι είμαστε τελικά ρε σεις;
Σπόρος ή τροχοπέδη;

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Issue #2

«Πολύ περίεργα όλα αυτά Ιερεμία… Πάρα πολύ περίεργα…»
«Συμφωνώ… Δεν κατάφερα να μάθω τι ψάχνουν ακόμη. Μα πόσο απελπισμένοι μπορεί να είναι? Μες στην καλύβα μου νυχτιάτικα? Πάλι καλά που γύρισα δυο μέρες νωρίτερα από την αποστολή του Μεγαλειότατου.»
«Αλήθεια, τι έγινε και γύρισες έτσι νωρίς?» απόρησε ο Λαζέλιους.
«Τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά ξεμπέρδεψα λίγο πιο νωρίς… Αλλού είναι το θέμα μας τώρα» επέμεινε ο Ιερεμίας.
Ο Λαζέλιους κινήθηκε κατά το μεγάλο καζάνι στη φωτιά και έριξε μέσα από ένα σακουλάκι μια σχετικά μεγάλη ποσότητα μαύρης σκόνης.
 «Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Θα πρέπει να περιμένεις να ξυπνήσουν από το λήθαργο. Δεν τράβηξαν και λίγα χθες.»
Ο Ιερεμίας φτερνίστηκε δυνατά.
 «Έχε χάρη που η… η… ΑΨΟΥ…! Ήμουν κουρασμένος χθες και δεν είχα δια..α… Α..ΑΑΨΟΥΥ!.... Μα τι στο καλό έπαθα?»
Ο Λαζέλιους κρατούσε κρυμμένο ένα γέλιο από καθαρή ευγένεια προς τον πρώην μαθητή και νυν φίλο του.
«Συνάχι… Χτυπάει πολύ τα σκουλήκια αυτήν την περίοδο…!»
«Μη γελάς… Ξέρεις πως πολύ λίγα πράγματα μπορούν να με κάνουν να φτερνιστώ! Τι έχεις εκεί μέσα? Τι ζουμί ετοιμάζεις πάλι παλιοτρελόγερε?»
«Ω, τίποτα που να σε ανησυχεί ιδιαιτέρως… Αντικαθιστώ για λίγο καιρό τον παλιό μάγειρα μέχρι να έρθει ο καινούριος… Εσύ εν τω μεταξύ, ζήτα και τη γνώμη του Μεγαλειότατου… Αφού ήρθες μέχρι το υπόγειο, πήγαινε και κανέναν όροφο πιο πάνω…»
«Έφυγε ο Λάζαρος? Γέννησε τελικά η γυναίκα του? Αυτό θα πει χα… ΑΑΑΨΟΥΥΥΥ! Αποκλείεται αυτό το πράγμα να είναι σούπα! Κάτι άλλο τρέχει…»
Φαίνεται πως είμαι αλλεργικός σε αυτήν την αηδία που έβαλες πριν από λίγο στο φίλτρο…»
Ο Λαζέλιους απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο καθώς ξεπροβόδιζε το φίλο του προς την πόρτα:
«Τότε καλέ μου φίλε, φαίνεται πως είσαι το μοναδικό σκουλήκι που έχει αλλεργία στο 

* * *

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Issue #1

«Και γιατί παρακαλώ θα έπρεπε να ξέρω που βρίσκονται τα φίλτρα του…?»
«Γιατί εσύ υποτίθεται πως τον παρακολουθείς έξι μήνες τώρα…»
«Δεν είναι τόσο εύκολο να παρακολουθείς ένα τέτοιο πλάσμα!..»
    Δυο παραστρατημένα σκουλήκια που είχαν αλλάξει στρατόπεδο τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, περίπου πενήντα χρόνια πριν, σχολίαζαν με ψιθυριστές φωνές το τεράστιο χάος στο σπίτι του γνωστού μας μάγου.
«Και να ξέρεις, φιλική συμβουλή: Δεν νομίζω να υπάρχει χειρότερος συνδυασμός από έναν αδέξιο μάγο, τόσο καλό ώστε να τον τιμήσουν με το παράσημο τέταρτου βαθμού του Λαζελιανού τάγματος..» είπε εμφανώς τρομαγμένο το σκουλήκι που του είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του Ιερεμία.
«Τετάρτου βαθμού?» αναφώνησε το δεύτερο, λίγο πιο μεγαλόσωμο σκουλήκι, που πλήρωνε το τίμημα για το ύψος του σε αυτή τη ρημάδα την καλύβα χτυπώντας το κεφάλι του συνέχεια στα τραπεζάκια κάτω από τα οποία έρπονταν.
«Μα αυτό δίνεται μόνο σε ήρωες πολέμου!..» συνέχισε ακόμη πιο τρομαγμένο.
«Και πρέπει να το μάθει όλο το χωριό? Έτσι εκτελείς μυστικές αποστολές εσύ?
Φωνάζοντας όποτε σου καπνίσει?!?»
«Μα δεν καταλαβαίνεις?» αντιμίλησε το δεύτερο σκουλήκι αυτή τη φορά λίγο πιο σιγά.
«Να καταλάβω τι? Ότι είμαι σε αυτή την παλιοκαλύβα με έναν βλάκα σαν εσένα που δεν έχει που να βάλει τα μπράτσα του και μιλάει όλη την ώρα αντί να ψάχνει?» είπε το πρώτο σκουλήκι αυτή τη φορά φανερά εκνευρισμένο.
«Να καταλάβεις ότι δεν έχεις την παραμικρή ιδέα που μας έχεις μπλέξει…»
«Αυτήν ακριβώς την άποψη έχω και εγώ!» ακούστηκε μια βαρεία φωνή από μπροστά τους…
     Ένας ταξιδιωτικός μανδύας ειδικά ενισχυμένος με δέρμα δράκου για να αντέχει και στους πιο κρύους χειμώνες ανέμιζε μπροστά τους και ένα πραγματικά εκνευρισμένο σκουλήκι με ένα ζευγάρι μάτια που γυάλιζαν, μέσα σε αυτόν, τους μιλούσε με την πιο τρομακτική φωνή που είχαν ακούσει ποτέ τους. Ένιωθαν στις ράχες τους το βάρος από τα λόγια αυτού του τύπου που εμφανίστηκε πριν από λίγα δευτερόλεπτα ακριβώς μπροστά τους και προς στιγμήν ένοιωσαν τόσο μεγάλο δέος για τον άγνωστο ταξιδιώτη που δεν πρόσεξαν ότι τα πόδια τους είχαν ξεκολλήσει από τη γη.
«Και φαντάζομαι ότι δεν θα λάβω ικανοποιητική απάντηση εάν τολμήσω και ρωτήσω:
ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΤΕ ΜΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ, ΕΡΠΟΝΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ?» ούρλιαξε από θυμό ο Ιερεμίας και με μια κίνηση του ραβδιού του, τίναξε τους παρείσακτους στον απέναντι τοίχο.
    Ο βαρύς γδούπος από τα σώματα τους κατά την επαφή τους με τον τοίχο ήταν ο τελευταίος θόρυβος που ακούστηκε σ αυτή την ησυχη πόλη εκείνη τη νύχτα.


      Το σκοτεινό δωμάτιο ανέδυε μια έντονη μυρωδιά μούχλας ανακατεμένη με αυτή της υγρασίας που σχημάτιζε γυαλιστερές σταγόνες στους πέτρινους τοίχους. Το μοναδικό έπιπλο που καταλάμβανε περίπου το μισό δωμάτιο ήταν ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι με ένα αχυρένιο στρώμα φτιαγμένο βιαστικά. Επάνω στο κρεβάτι στεκόταν ακίνητο σαν πέτρα ένα γεροδεμένο σώμα δεμένο γερά με σκοινιά στα πόδια του κρεβατιού. Ένα γεύμα αποτελούμενο από ένα κομμάτι ξερό ψωμί και μια κανάτα με ξίδι βρισκόταν ακουμπισμένο στο πάτωμα μπροστά την ξύλινη πόρτα.
     Ένας δυνατός γδούπος στην πόρτα, σαν κάποιος να σκόνταψε και να έπεσε πάνω της έβγαλε το γεροδεμένο σώμα από το λήθαργό του. Ο Ρολάνδος βρήκε τον εαυτό του δεμένο σφιχτά πάνω σε ένα κρεβάτι μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Η πρώτη του κίνηση ήταν να χαμογελάσει. Ύστερα, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, έσπασε τα σκοινιά και κίνησε για την πόρτα. Ακούμπησε το αυτί του προσεκτικά στην πόρτα και την ψηλάφησε για να μπορέσει να καταλάβει έαν έκρυβε κανένα μηχανισμό με σκοπό να τον βλάψει. Μετά απο την προσεκτική εξέταση, άνοιξε την πόρτα απότομα με το πόδι του παρασέρνοντας τον ανυποψίαστο φρουρό που στεκόταν από την άλλη μεριά.
     Μπροστά του απλωνόταν ένας μακρύς διάδρομος αρκετά φαρδύς για να χωράει 2 φυσιολογικούς ανθρώπους κολλητά τον έναν δίπλα στον άλλον. Ο Ρολάνδος όμως είχε πρόβλημα. Το μέγεθος του δε θα του επέτρεπε να κινηθεί ελεύθερα σε περίπτωση που χρειαζόταν να αναμετρηθεί με κάποιον.

* * *

Έναρξις: Ο Ιερεμίας στη Σκουληκοχώρα

Το παρακάτω section του τραγικού αυτού blog έχει ως σκοπό τη φιλοξενία μιας μικρής ιστοριούλας που σκάρωσα κάποτε στα 14 περίπου. Όλα ξεκίνησαν το 1954 στην Αλαμπάμα, μια κρύα νύχτα του Γενάρη... Έβγαλα βιαστηκά ένα κομμάτι ύφασμα και έγραψα με το ίδιο μου το αίμα (καθότι στυλό δεν...), με όσο πιο καθαρά γράμματα ήταν δυνατόν την πρώτη ιστορία του Ιερεμία, του μικρού, αλλά όχι και τόσο μικρού μάγου...

O.A.Σ.Θ.ικά μαθήματα...

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν αυτός που βρίσκεται απέναντι μου είναι τόσο ζώο όσο δείχνει ή αν η στάση του αυτή είναι ενα grand masterplan για την κυριαρχία του είδους του στον πλανήτη. Μάλλον το δεύτερο.
1454 HOURS και πραγματικά η στάση στην Καμάρα μοιάζει με τη λωρίδα της Γάζας. Σκέφτομαι τι έκανα λάθος και απλά κατέληξα ότι δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να πιω εκείνον τον καφέ στις 11.30 στο Μικρό Μπλε. Η ζωή μου κινδυνέυει. Ορδές αθάνατων γιαγιάδων με καροτσάκια, παππούδων με κασκέτα και κάπες του Μπατμαν(clopyright), αγοριών, κοριτσιών, φοιτητών, αφοίτητων, όλοι στον αγώνα για να μπουν στο λεωφορείο. 
Έχω αφήσει ήδη τρία λεωφορεία για να μην στριμώξω τον κόσμο κι άλλο.Και έρχεται το δεκάρι... Αυτά είναι...Το λεωφορείο ασφυκτιεί από ζωη... Κολλημένες φάτσες στα τζάμια παρακαλάν για λίγο αέρα. Και κάπου στην Τρίτη Πόρτα, ο δρόμος για τον Παράδεισο , τη δική μου Ιθάκη, το σπίτι μου. Αφού μπω, αποφασίζω ότι δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή να ακούσω Theater μπορεί να κλωτσομπουνιδοκοπηθούμε ανα πάσα στιγμή εδώ μέσα. Η ακοή μου θα μου χρειαστεί Αριστερά μου ένας κύριος ανοίγει το παράθυρο. Ορθόν. Μην ψοφήσουμε κι από τους άπλυτους. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει αλλά είναι μόδα να βρωμάς κομματάκι. Πως είναι μόδα να κόβεις τα μαλλία σου λιγάκι, έτσι ώστε να δείχνεις σα στραβοκουρεμένο γκαζον? Έτσι και πρέπει να βρωμάς λιγάκι. Σαν τι ας μην πω. 
«Επόμενη στάση...» «Πισωκολλητό» σκέφτομαι... Η κοπέλα πίσω μου έχει συμπιεστεί σαν .rar αρχείο για να χωρέσει και σκέφτομαι τον επόμενο αναίσθητο που θα προσπαθήσει να μπει και θα τη ζουλήξει κι άλλο. Ευτυχώς κανένας δε θέλει να βγει. Χμμ... Λάθος σκέψη. Γιατί μπορεί να μη θέλει να βγει κανείς αλλά όλο και κάποιος θα θέλει να μπει. Ασχέτως με το αν χωράει ή όχι. Δε με ενδιαφέρει ρε αν τα αρχ.... σας έχουν φτάσει στο στομάχι σας από το ζούπηγμα! Εγώ θα μπώ! Το πε και το κανε... Θέλω να αρχίσω να τσιρίζω. Να βρίζω. Να χτυπάω. Ψυχραιμία. Οι Theater θα σώσουν την κατάσταση. Αποφασίζω να μην δώσω σημασία.
«Επόμενη στάση... Γαλλικό Ινστιτούτο». Ώπα λέω εδώ είμαστε εδω αδειάζει κομματάκι. Απέναντι μου μια κοπέλα πήρε το μωρό της (δε χρειαζεται να αναφέρω ότι άπλωσε και τα 2 μέτρα του hands free για να μιλήσει στο μωρό...) 
«Έχω τζάμπα μπουκάλι στο αστρα το βράδυ μωρό μου..»
«Χεστήκαμε...» απαντάω (νοερά πάντα... Ειπαμε...)
«Ναι, θα έρθει και ο Άλκης και η Ελένη»
«Καλώς να έρθουν... ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΜΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ!»
«Η Άντζυ Σαμίου καλέ! Τέλεια θα ναι!»
Πρώτο καρδιακό.
«Ναι, μωρό μου ναι θα πάμε ναι ναι τελειαμπραβοθαμιλησουμεμακιασελατρευω»
Έλεος. Κι άλλο τηλέφωνο.
Θεός... Αυτά είναι... 
Πιο δυνατά οι Theater….
Στάση. Πω, χαρά εγώ ο άμοιρος, θα βγει κάποιος κόσμος. Αν μου εξηγήσει κάποιος πως κατάφεραν να με στριμώξουν πιο πολυ από πριν. Ενώ φαινονται λιγότεροι! Πραγματικά μερικοί άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση του χώρου. Μα καμία απολύτως. Έφαγα μέχρι το Ιπποκράτειο να κοιτάω μια τύπισσα που πραγματικά ήταν μαθηματικός. Δεν εξηγείται αλλιώς. Η αθάνατη, είχε βρει την καλύτερη δυνατή θέση! Τα υπολόγιζα κανα δεκάλεπτο σίγουρα! Έτσι όπως καθόταν δε μπορούσε ούτε να βγει κόσμος από τις θέσεις του, ούτε να μπεί, ούτε να χτυπήσει κανείς εισητήριο! Απίστευτη. Προσκυνάω. 
Κι άλλη στάση. Κι άλλα τηλέφωνα, κι άλλη αγένεια. Τις πταίει? Το σκέφτηκα σοβαρά... Πολύ σοβαρά. Κατέληξα. Οι φοιτητές φταίνε. Ναι, οι φοιτητές φταίνε. Αυτοί οι αναίσθητοι χαραμοφάηδες που το μόνο που κάνουν είναι Κ.Π.Π (Κατανάλωση Πατρικής Περιουσίας για τους ανίδεους) και τίποτ’άλλο. Και συμφωνεί και ο κόσμος. Να εδώ, 2 κυριούλες που τις πονάνε τα πόδια μωρε τις καημένες και δε βρήκαν να κάτσουν σ αυτούς τα ρίχνουν. 
Ένας άλλος πιο θεός μου είχε ανοίξει επίθεση γιατι έλεγε μπούρδες και προσπάθησα να του το βουλώσω γιατί ενοχλούσε.
«Τι ξέρετε κι εσείς οι φοιτητές μωρέ? Που κάψατε τη χώρα?»
«Ναι» του λέω «σήμερα έκαψα τέσσερα μαγαζιά...»
«Νεαρέ εσύ δεν ξέρεις»
«Όχι, δεν ξέρω. Επειδή είμαι 20 χρονών είμαι χαζός. «
«Ακριβώς. Ε...Δηλαδή όχι...»
Το μισό λεωφορείο να κλαίει από τα γέλια. Το άλλο μισο δεν ακούει.
«Εσεις λέω θα την πάτε μπροστά»
Δεν ασχολήθηκα. 
Αισθάνομαι απαίσιο άτομο.
Σε μισή ώρα διαρομή έβρισα 458,3 φορές, καταράστηκα άλλες τόσες και έκρινα το συνάνθρωπο μου άγρια.
Είμαι κακός?
Είμαι οργισμένο νιάτο?
Βρε δεν πά να...
Μπά,δεν είναι λογική αυτή...
«Επόμενη στάση...»
Πιο δυνατά οι Theater…

M’ αυτά και μ αυτά δε συστήθηκα...
Φοιτητής είμαι...
Φταίω για όλα
Και είμαι καλά....