Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Νομάδες

"Τότε εμείς ένα πράγμα ξέραμε. Ακολουθούσαμε το ποτάμι κι όπου μας έβγαζε. Πάντα περίμενε γη εύφορη στο ξέβρασμα και μαλακός καιρός. Η υγρασία δε βοηθούσε πουθενά βέβαια αλλά είχαμε στη διάθεση μας τροφή και ξύλα. Κάθε χειμώνα μαζεύαμε στις αμαξαποθήκες τα εφόδια για το ταξίδι που θα κάναμε τον υπόλοιπο χρόνο.


Υπήρξαν και μάχες. Δεν ήταν πάντα θριαμβευτικές. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να τύχει στους νομάδες. Να ξεκληριστούν στο ταξίδι. Γιατί είχε συμβεί και αυτό. Γινήκαμε δέκα χιλιάδες κάποτε και αποδημήσαμε. Για την πρώτη ξέρουμε ότι έγινε το βασίλειο στο Βορρά. Η δεύτερη και η τέταρτη ξεκληρίστηκαν όπως το φερε η μοίρα τους. Η πέμπτη με την τρίτη ενώθηκαν κατά τη διάρκεια του μεγάλου χειμώνα την εποχή της στάχτης.


Είχε μεγάλο αντίκτυπο η στάχτη στους νομάδες. Τα δαιμόνια ξέρναγαν φωτιά και λάβρα μέσα από αναχώματα στην επιφάνεια της Πράσινης Κοιλάδας. Οι πυρκαγιές ξεσήκωσαν στάχτη που κάλυψε το φως για δυο εποχές. Γινήκαμε βορά στα θηρία ων βουνών που κατέβηκαν βίαια από φόβο μη χάσουν την τρεμάμενη γη κάτω από τα πόδια τους. Κουνούσε συχνά. Η Πράσινη Κοιλάδα γίνηκε ένας γκρίζος θολερός λεκές στη μέση ενός ταλαιπωρημένου δάσους.


Τότε αποφάσισε η έκτη χιλιάδα, που τότε είχε μόνο τους μισούς απόσους όταν ξεκίνησε, να κινήσει νότια, να βρει τις τελευταίες. Η έβδομη, δηλαδή εμείς, τους βρήκε στα μισά του δρόμου. Μας δείξανε πως να δουλέυουμε σε θαλάμους τη μουτζούρα, αυτό το μάυρο σκληρό πράγμα που απομένει όταν κάψεις το ξύλο όσο δεν πάει αλλά πριν γίνει στάχτη και χαθεί. Εμείς τους δώσαμε φαγητό που είχαμε μπόλικο κι έτσι ενώθηκαν η έκτη και η έβδομη χιλιάδα.


Γρήγορα μάθαμε για το βασίλειο του Βορρά.  Πολλοί τους κατηγόρησαν ότι βολεύτηκαν. Η φυλή μας δεν τη δέχεται τη στάση. Τη θεωρεί λίμνασμα. Άλλοι είπαν πως καλά έκαναν και πως κι εμείς πρέπει να καταλήξουμε σε τόπο γερό και όμορφο. Η μοίρα παίζει παιχνίδια δύστροπα. Δε χωριστήκαμε γιατί οι νομάδες ακούν και σέβονται όλες τις απόψεις.


Όταν φτάσαμε στο ξέβγαλμα του Μολγαδά, μάθαμε για την απειλή. Μάγοι απειλούσαν να ξεσηκωθούν και να θάψουν τους νομάδες. Μάγοι από το βαρύ Βορρά, εκεί που η νύχτα είναι σχεδόν μόνιμη και τα θηρία δεν κοιμούνται ποτέ. Και εκεί φάνηκε η μεγαλοψυχία του Κέρναν. Γιατί ήταν ο μόνος που σηκώθηκε γύρω από τη μεγάλη φωτιά και ζήτησε να ενωθούν ξανά οι χιλιάδες. Γιατί είχε γιο και κόρη να χάσει. Τη γυναίκα του την πήρε η αρρώστια της στάχτης. Αλλά σηκώθηκε και ο γιος, πέντε μονάχα καλοκαίρια στην πλατούλα του και φώναξε "Ολούμ!" που στην παλιά τη γλώσσα σήμαινε "πατρίδα".


"Ολούμ" λοιπόν.


Για μια πατρίδα ανέβηκαν οι νομάδες στο Βορρά, ενωμένες με τρόπο μαγικό. Ήταν η ανάγκη να καταλαγιάσει το πνεύμα της Ρέα σε τόπο γερό και όμορφο; Ήταν η ανάγκη των νομάδων να νιώσουν λιγότερο μόνοι;


Δεν ξέρω μικρέ να σου πω. Εμείς τότε ένα πράγμα ξέραμε. Ακολουθούσαμε το ποτάμι κι όπου μας έβγαζε. "

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Η νίκη των ηλίθιων

- Έλα καλή μου...
-Τι κάνεις Τούλα μου;
-Καλά μωρέ. Τα ίδια, τα ξέρεις.
- Άσε, κι εμείς τα ίδια.
-Μωρέ ήθελα να σε ρωτήσω κάτι.
- Πες μου.
- Χθες μωρέ, γυρνούσε ο δικός μου από το σχολείο.
- Ναι, ξέρω τους είδα. Πες μου ότι του 'κανε κάτι ο Θανάσης. Μας το παίζει πολύ πλακατζής τελευταία.
- Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Απλά όταν καθίσαμε να φάμε μας τα λεγε λίγο περίεργα. Και άκουγε και η μικρή και δε θέλω τέτοια χαζά να της μπαίνουν στο κεφάλι.
- Λες για την τριήμερη;
- Όχι, τι έγινε με την τριήμερη;
- Α, τίποτα, τα ίδια και τα ίδια με το σύλλογο. Τέλος πάντων, θα στο πω μετά αυτό. Λέγε τώρα.
- Μου κάνει εντύπωση που δε στο 'πε ο Θανάσης. Ο μεγάλος εδώ λέει ότι το συζήτησαν.
- Ωραία, θα με πεθάνεις από ανησυχία. Λέγε.
- Μπήκε λέει μέσα μια καθηγήτρια, η Περπερανιμποδάκη, που τους κάνει Αγγλικά.
- Αυτή δεν είναι που τους είχε πει ότι αν δε μάθουν το Πάτερ ημών στα Αγγλικά θα τους βάλει 2 βαθμούς κάτω στο τρίμηνο;
- Α, να γεια σου!
- Ωχ, αυτή είναι τρελάρα. Τι είπε πάλι;
- Είχε λέει μια συζήτηση με τη διευθύντρια και την υποδιευθύντρια για ένα ατύχημα.
- Πω, πω, βουνό με βουνό μόνο δε σμίγει. Διευθύντρια θεολόγος και υποδιευθύντρια παπαδιά. Που έχουν μπλέξει μωρέ τα παιδιά μας.
- Κάτσε να ακούσεις το ωραίο.
- Κάθομαι.
- Έχουν λέει έναν στο νοσοκομείο ο οποίος είναι σε ημίκωμα μάλλον και μια φεύγει μια επανέρχεται.
- Ποιοι τον έχουν;
- Το τρίο στούτζες μωρέ.
- Α η Περπερανιμποδάκη και οι άλλες.
- Ναι. Λοιπόν αυτός λέει είχε διαπράξει αδίκημα στα νιάτα του, τύπου κάποιος χτύπησε με το αμάξι κάτι τέτοιο φαντάζομαι.
- Φαντάζεσαι;
-Ε, ναι μωρέ, αυτή η χαζή τους μίλησε για δολοφονία αλλά αυτά είναι χαζά μωρέ τώρα.
- *γέλιο*
- Ε, βλέπεις; Τέλος πάντων, τους είπε ότι αυτός τη μια πεθαίνει και την άλλη επανέρχεται γιατί είναι η συνείδησή του που τον εμποδίζει να βρεθεί στο δρόμο του Χριστού και επανέρχεται στην κόλαση.
- *πάυση* Ε δεν είμαστε καλά...
- Και όχι μόνον αυτό. Ο πατέρας του έγινε έξαλλος. Σκέψου δεν έφαγε ούτε μεσημεριανό ούτε βραδινό και για να μην τρώει ο Στάθης ξέρεις...
- Ξέρω ξέρω. Τους ξέρω και τους δυο τι καλοφαγάδες είναι.
- Μπράβο. Που λες, άντε όλα αυτά. Ανεβαίνει πάνω ο Μάνος και τι μας λέει όταν τρώμε;

"Μαμά, ο παππούς ήταν δολοφόνος;"

- Κάνεις πλάκα τώρα;
- Όχι, παιδί μου τι λες τώρα. Τον ρωτήσαμε γιατί και όταν μας τα πε εγώ συγχίστηκα αλλά ο άλλος... Ο άλλος, δεν μπορούσα να τον ηρεμήσω μετά.
- Λογικό.
- Καλέ ντύθηκε ξανά να παέι στο σχολείο να τα κάνει όλα λαμπόγυαλο.
- Δίκιο έχει.
- Μώρε αν μπορούσα κι εγώ μαζί του θα πήγαινα αλλά κάποιος πρέπει να κρατήσει τις ισορροπίες. Ανθούλα μου, τι να κάνουμε;
- Σαν τι να κάνουμε;
- Κάνε μια κουβέντα με το Θανάση εσύ, μην έχεις ιστορίες. 12 χρονών είναι. Δε γεννήθηκαν δα και φιλόσοφοι.
- Ναι, έχεις δίκιο. Αυτό θα το κάνω μόλις έρθει.
- Σκεφτόμαστε να κάνουμε καταγγελία.
- Δε θα βγει τίποτα.
- Ε τότε να αλλάξουμε σχολείο.
- Και οι παρέες;
- Και τι να το καταπιούμε;
- Κάνουμε και τίποτα σωστά σ αυτή τη χώρα βρε Τούλα μου;

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Τέρας

Συ που κοιτάς περίεργα κατά μένα και βλέπεις ξεκάθαρα αυτό που θες να δεις. Εσένα λέω, ναι. Συ που χαίρεσαι να με βλέπεις να διαλύομαι σε χίλια και ένα τάματα. Είναι βαρύ το μένος της αθετημένης υπόσχεσης. Αλλά συ δεν νοιάζεσαι. Μόνο κοιτάς για να πάρεις ότι έχει απομείνει από τα συντρίμμια.

Και συ που σέρνεσαι από πίσω μου και περιμένεις να στραβοπατήσω. Αδημονείς, ως ο αρρωστιάρης σκύλος που τρίβεται στα πόδια του περαστικού για μια μπουκιά σάπιο κρέας. Έτσι και συ, περιμένεις το σάπιο μου λάθος να ξεκολλήσει από τις σάρκες μου και να σωριαστεί στο έδαφος. Και τότε, τρέχοντας θα το μυρίσεις, θα με κοιτάξεις κατάματα και θα το φας. Κι από αρρωστιάρικο σκυλί θα γίνεις αρπακτικό. Ένα όρνιο να παρακολουθεί τα υπόλοιπα λάθη.

Συ που κοιτάς το αρπακτικό και τρέμεις, μη σκιάζεσαι αδίκως. Το μόνο πράγμα που μου έμεινε πλέον είναι τα λάθη. Είναι δηλητήριο τα δικά μου λάθη, όχι σχολείο.

Συ που γελάς γιατί θεωρείς τα κέρατα μου αστεία, μάθε άνανδρε πως γίνονται όπλο φονικό. Συ που βλέπω να σου κόβεται το γέλιο γιατί ξέρεις ότι όταν το θεριό ξυπνήσει, όταν τα λάθη γίνουν τόσα πολλά που το όρνιο ψοφήσει και σκάσει σαν πέτρα στο λασπωμένο χώμα, έρχεται η σειρά σου.

Συ που κλαίγεσαι μπρος σ'ενα ομοίωμα και απαντάς σε ερωτήσεις ανάλγητες, εύθριπτες, ματαιόδοξες σήκω και ψάξε. Φύγε από το ανδρείκελο που σου φορτώσαν. Κι εγώ έτσι ήμουν κάποτε. Μικρός, αδύναμος, άοσμος, άγευστος. Και τώρα είμαι ένα ρακένδυτο τέρας, με φορτίο τα όρνεα που μου σπαράζουν ψυχή και σώμα και με κηνυγάνε για την πλούσια γεύση και οσμή μου.

Εσείς όλοι που αλυχτάτε μες τις νύχτες και κηνυγάτε θύματα σαν κι εμένα, εσείς άτιμα πλάσματα της μοίρας. Εσείς θα γίνετε η φορεσιά μου για το χειμώνα, τ' ακούτε; Αυτή η φωνή η στριγγή, η χτυπημένη που σας ξυπνάει τις νύχτες, αυτή είναι που σας φτάνει ολοένα και περισσότερο.

Εσείς που ξεσκίσατε τις σάρκες μου με τα χοντρά σας νύχια, να ξέρετε επιστρέφω. Επιστρεφω με χέρια κοντά και χοντρά, πρησμένα από τις τριχιές που τραβάνε τα φορτία που σέρνω χρόνια τώρα. Επιστρέφω με νύχια πιο γαμψά από τα δικά σας. Επιστρέφω με μια δίψα πιο πρωτόγονη από τη δική σας.

Εσείς που με τη θολή μάτια σας ξεριζώσατε την παιδική μου ψυχή, έρχεται η δική μου να πέσει επάνω σας.

Συ που είσαι Δημιουργός και αφήνεις αυτό το πόνημά σου να εκπνέει σαπισμένα και παγωμένα χνώτα, μάθε τώρα ότι έρχομαι και για σένα.

Εσείς εκεί πέρα, κάτω από το Λόφο. Εσείς εκεί που μάθατε να ζείτε εις βάρος των άλλων. Κι εκεί πιο κάτω βλέπω κι εσάς που ακούτε τις αλυσίδες μου να σέρνονται στο ματωμένο δάπεδο κι έυχεστε να ταν αλλιώς τα πράγματα.

Όλοι εσείς που παιδικές ψυχές δε σεβαστήκατε και τις πετάξατε στο λάκο με τις ακαθαρσίες σας να πνιγούν, όλοι εσείς που ξεχάσατε να σεβαστείτε τα λάθη του πλησίον, όλοι εσείς που με κηνυγήσατε όντας κριτές και ψωροπερήφανοι. Όλοι εσείς ακούστε το ματωμένο μου λαιμό να γδέρνει τον αγέρα.


Ίσως έκανα κι άλλο λάθος. Ίσως τα λάθη μου είναι τελικά σχολείο. Γιατί όταν το δηλητήριο γίνει τόσο πολύ που δεν υπάρχει όχημα που να μπορεί να το κρατήσει, τότε διαλύεται σε μυριάδες κόκκους και το διώχνω από τους σκονισμένους μου ώμους. Δεν έχει το ίδιο βάρος πια. Μόνο μεγαλύτερη επιφάνεια. Ίσως τότε να σπάσουν οι τριχιές που κρατάνε το τέρας.  Ίσως τότε να είμαι ελεύθερος.

Κι όλοι εσείς που κοιτάτε στον καθρέφτη και αντικρύζετε μια φούχτα τσόφλια, ένα θα σας πω. Μακρύς ο δρόμος και δεν έχει γυρισμό. Αλλά πάρτε τον. Εγώ έγινα τέρας. Άλλος μπορεί να γίνει αρνάκι. Αυτό που ξέρω είναι ότι πάει καιρός που δεν άντεχα πλέον να αντικρύζω για είδωλο μια φούχτα τσόφλια.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

The Art of Trolling - Episode #444

Ω, ναι! Δεν ξέρω τι και πως, αλλά έχω μια βαθειά πίστη ότι δεν μπορεί , κάποιο threshold για τη χαζομάρα και τη βλακεία που μπορεί να συγκεντρωθεί στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου, θα υπάρχει. Βέβαια, τείνω να αυτοαναιρώ τον εαυτό μου πολλάκις κατά τη διάρκεια ενός απλού 24ωρου αλλά τι να κάνουμε. Εσωτερική πάλη και γουστάρω.


Που λέτε αγαπητά μου παιδιά, είμαι φαν του trolling. Γιατί; Γιατί είναι στη φύση μου αν και περισσότερο νοερό. Τι εννοώ; Δεν είμαι αυθεντικό troll. Περνάει από το μυαλό μου όλο το though process για να καταλήξω να πετάξω μια trollιά αλλά ποτέ δεν την πετάω. Γιατί βαριέμαι; Γιατί μόνο 5 άτομα θα καταλάβουν; Γιατί μ'αρέσει να καταπιέζομαι; Δεν ξέρω. Δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. 


Τα αυθεντικά trolls δεν καταλαβαίνουν Τζίζας για Τζίζας. Η εσωτερική ροπή τους προς τον εξευτελισμό οποιασδήποτε συνθήκης καθιστά αδύνατο τον περιορισμό της trollοδίψας για trolling. 


Μετά από αυτή τη χλιαρή και πενιχρή εισαγωγή,  θα σας απομακρύνω από ξεπουλημένα, ευτελή troll όπως ο (πλέον) γνωστός ως ΜΠΡΑΦ και θα σας αποτρέψω από το να διαβάσετε οτιδήποτε άλλο από τον βασιλιά των μεταμοντέρνων trolls. Κυρίες και κύριοι.  I give you (φώτα, μουσική, τσίρκο, λιοντάρια να βρυχόνται βροντόσαυροι να υποκλίνονται στο μεγαλείο της στιγμής, αγωνιώδες drum roll)... Atumrakis




Γιατί αν για μια στιγμή, μια μικρή υποατομική, κάκιστη εντροπικά (wink wink) και σκατόφαρδη στιγμούλα, ένα νανοσεκόντ της αιώνιότητας πιστέψω ότι ο Ατουμράκις δεν είναι μεγάλος, άσχημος, βρωμερός και πράσινος και είναι κανονικός άνθρωπος και περπατάει ανάμεσα μας, πρεσβέυοντας ότι βλέπετε στο καταπληκτικότατο blog του, τότε ΘΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΩ.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Ω, ΘΕΟΙ!






Πρώτα θα δείτε το βιντεάκι. Όσο αντέξετε. Συστήνω να το δείτε μέχρι το τέλος γιατί αλλιώς θα χάσετε πολλά. Πρώτον, να εξομολογηθώ ότι δεν ξέρω πως άντεξα εγώ να το δω μέχρι το τέλος. Δεύτερον, να πω ότι άργησα να μυριστώ ότι θέλω να γράψω από καιρό για ένα τέτοιο θέμα και ότι αυτό το έκτρωμα παραπάνω είναι μια πολύ καλή αφορμή.

Σε αντίθεση με την ephee δε με ενδιαφέρει τόσο η μεταμόρφωση του πρέζακα και η μεταστροφή του προς τα θεία όσο η γενική μαλακία που τον δέρνει.
Δηλαδή ρε φίλε, πέθανε η γυναίκα σου/μάνα του παιδιού από τη μεθ, το παιδάκι σου τραγουδάει όλη μέρα το A.D.I.D.A.S. και συ ξερνοβολάς από δω κι από κεί. Τι διαφορά έχεις δηλαδή από τη Τζούλια;

Πάμε παρακάτω. Άνοιξε τα χέρια του προς τον ύψιστο, ενώ το πιδί έβλεπε τιβί,  και τίγκα στη μαστούρα δέχτηκε απεριόριστη αγάπη. Αγάπη ρε φίλε! Δέχτηκε αγάπη από τον ύψιστο πατέρα σε μορφή ηλιαχτίδας μεταμορφωμένης σε μαστούρα του τσολιά και πέρασε από το λιωμένο κόκκαλο της μύτης του στο χρυσό του φρονιμίτη. Και μετά ξαφνικά έκοψε τα ναρκωτικά.

Ρε, δε μπορώ. Ειλικρινά. Καταλαβαίνω την ανάγκη να πιστέψεις κάπου μετά μανίας, καταλαβαίνω πολλά πράγματα. Καταδικάζω τα ναρκωτικά όσο τίποτε άλλο, γιατί ΞΕΡΕΙΣ πάντα που πας να μπλέξεις.  Καταδικάζω και τον "head" γιατί δε βρίσκει το κουράγιο να πει, "είμαι γαμάτος και έκοψα τα ναρκωτικά".

Από τον έναν εθισμό στον άλλον. Τι Jesus, θρησκεία, κοράνι, φανατισμός, ποδόσφαιρο, τι heroine, meth, XTC, πίπες. Θα μου πεις από τα πρώτα δεν πεθαίνεις. Ναι, συμφωνώ. Αλλά με τρελαίνει το thought process. ΠΡΕΠΕΙ να εξαρτηθεί από κάπου αυτός ο άνθρωπος. Με θλίβει. Να τα έχεις όλα (θεωρητικά) και να μην έχεις το βασικό: Αυτοεκτίμηση. Πιάνεσαι μετά μανίας από ότιδήποτε πιστεύεις ότι μπορεί να σου προσφέρει αυτό που δεν μπορείς να προσφέρεις στον εαυτό σου.

Και γιατί ρε γαμώτο αυτά τα άτομα να συνδέονται τόσο με την τέχνη; Γιατί οι (Pop)Korn στην αρχή ήταν γαμιστερή μπάντα.  Μήπως τελικά για να τα δώσεις όλα κάπου πρέπει να 'σαι και κομματάκι βαρεμένος; Και επειδή πολύ φοβάμαι ότι την απάντηση την ξέρω θα πάω παρακάτω.

Γιατί ρε παληκάρι μου, γιατί ειλικρινά; Δε γυρνάς να δεις τι έχεις κάνει; Τι επιρροές έχεις αφήσει στην μουσική; Τι σκατά έχεις προκαλέσει τέλος πάντων με τον ήχο σου; Και για να τελειώσω ελαφρά απογοητευμένος: Αν τελικά η τέχνη σου δε σου αρκεί για να σε κάνει ευτυχισμένο και σε ρίχνει στα ναρκωτικά, γιατί δεν ψάχνεις παραπέρα;


Και αν ψάξεις παραπέρα, η απάντηση σου είναι ο ΘΕΟΣ; Οκ, πάω πάσο