Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο χορός της απελπισίας

Ένα τανγκό με κουτσό καβαλιέρο; Ή ένα βαλς με μυξιάρη συνοδό; Ο ρυθμός χείριστος για έναν θεατή όμως ο μαριονεττίστας από πίσω κινεί τα νήματα με περισσή μαεστρία. Μήτε χορός, μήτε χοροπήδημα μας σώζει από δαύτη την κατάσταση. Χορέψαμε, ω ναι. Χορέψαμε λάθος όμως. Στραβά.

Δεν ήταν οι ικανότητες μας το πρόβλημα. Δηλαδή, θέλω να πω κύριε πρόεδρε...Πως; Όχι, δεν καταλάβατε. Μα... Μα σαφώς και δε δύναται να σας παραπλανήσω. Λίγη υπομονή. Ακούστε με σας εκλιπαρώ. 

Βλέπετε, δεν είναι τόσο απλό το ζήτημα. Ανέφερα τις ικανότητες. Τεκμαρτό, κύριε πρόεδρε. Δηλαδη, θέλω να πω πως... Ακούστε με. Έλεγχος. Πρέπει να υπάρχει έλεγχος. Εγώ για μένα θα σας μιλήσω, που δεν έχω σπουδάσει αλλά τη ζωή την έζησα με περίεργο τρόπο. Μου κόβει κι ας με παίρνει η λαΙκούρα παραμάζωμα. Ο λαϊκισμός δε μου πάει και κακώς τον πλασάρετε. 

Δε μιλάω με το "να πούμε" διοτί έχω λήξει ως ομιλούσα νοημοσύνη. Είναι δηλαδή, πως να το πω, περιττό. Ο έλεγχος δεν φτάνει. Δεν έχει αντίκρυσμα. Ό,τι θέλουν κάνουν. Νιώθω σαν την πουτάνα, αν μου επιτραπεί η έκφραση, που μου λένε αυτοί που στάζουν το πεντοχίλιαρο πως θέλουν να τους κάτσω. Να τους βράσω κύριε πρόεδρε. Εγώ δουλέυω από τα δεκατέσσερα. Άλλοι καιροί τότε. Ο Αντρέας και καλά μας έσωσε. Βέβαια ήταν αρκετοί αυτοί που αναρωτήθηκαν για τα λεφτά αλλά μπρόστά στη θέα τους όλοι σιώπησαν

Γιατί είναι λογικό να μας τα φάγαμε. Μη με διορθώνετε σας εκλιπαρώ. Να μας τα φάγαμε. Καλά το λέω. Αγράμματος είμαι, ο,τι θέλω λέω. Δεν είναι δίκαιο αυτό που συμβαίνει. Από την άλλη μπορεί και να είναι, αλλά δε με παίρνει να το παραδεχτώ. Είναι σαν το ταγκό βλέπετε. Βρέθηκα καβαλιέρος χωρίς να ξέρω. Και η μουσική έδινε κι έπαιρνε, κι ο ρυθμός με ζάλιζε και μπήκα στο ρημαδοχορό και χόρεψα. Αλλά τι να κάνω; Μου το επέβαλαν. 

Συνομωσίες; Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Φτωχός είμαι. Ζω άσχημα τώρα. Αλύπητα τα χτυπήματα, αλλά τι να κάνεις; Δε σε παίρνει να είσαι ρομαντικός. Είναι η κατάσταση. Πως; Τι σχέση έχουν αυτά με την υπόθεση; Συγγνώμη, σας είναι εύκολο να επαναλάβετε την ερώτηση;

Το θύμα; Ναι, το γνώριζα. Έχει ένα σημάδι στο σαγόνι. Μπουνιά ήταν κύριε πρόεδρε. Με αποκάλεσε "τεμπέλη". Εγώ δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ και αυτός μου χε δώκει βιβλίο, να το διαβάσω. Χαμηλό το μορφωτικό επίπεδο. Έτσι με είχε πει. Η αλήθεία είναι ότι δε βρήκα τον απαιτούμενο χρόνο κύριε πρόεδρε και το ξέχασα. Αυτή την αμαρτία έκανα. Ξέχασα να μορφωθώ. Έτρεχα με τα λίγα που έβγαζα να πληρώσω, που μυαλό για βιβλίο. 

Ε, όταν του είπα ότι δεν το διάβασα ακόμη με έβρισε. Αυτοί οι αριστοκράτες, δεν καταλαβαίνουν από δουλειά. Όλα έτοιμα τα χουν και περιμένουν τον επόμενο που θα κλέψουν. αλλά σας το λέω εγώ κύριε πρόεδρε, πάνω απ'όλα ένα πράγμα γουσταρίζουν: Να κλέβουν το κράτος. Αλήθεια. Στο σταυρό που σας κάνω. Να μη σώσω. Αλήθεια. Μια φορά εφορία δεν πλήρωσε. Έλεγε δουλεύω εγώ αρκετά και να του την πληρώνω. Δε δέχτηκα. 

Που είχα μείνει; Α, ναι. Με έβρισε. Του είπα ότι πρέπει να σταματήσει αλλά αυτός εκεί επέμενε. Δεν ήταν καλό που φώναζε. Τεμπέλη με είπε. Το ξεστόμισε το καθήκι. Το ξεστόμισε. Σκέφτηκα την αστυνομία αλλά τι θα κανε; Είχε φίλους και γνωστούς. Έτσι είναι αυτή η χώρα κύριε πρόεδρε. Έτσι. Κοινό μυστικό σ αυτό το βαλσάκι: το θέμα είναι ποιον ξέρεις. Τίποτε άλλο. Μεταξύ μας, κι εσείς αν με ξέρατε, δε με δικάζατε. 

Προχωράω. Ε με λέει τεμπελη, του λέω πάρτο πίσω αλλά μου πούλησε τσαμπουκά. Ποιος; Ο βουτυρομπεμπές κύρε πρόεδρε. Έ τα πήρα κι εγώ. Έχω γερά χέρια κύριε πρόεδρε. Τίγκα στα κότσια και τους κάλους από τη δουλεία. Μια στο σαγόνι. Έπεσε κάτω και έβαλε τα κλάματα. Η γυναίκα του με είδε και είμαι τώρα εδώ. Αυτός ζήτησε και συγγνώμη. 

Αλλά αναρωτιέμαι κύριε πρόεδρε, ο τσαμπουκάς δεν είναι λύση. Είναι έυκολο να πλακωθούμε. Θα κερδίσω φυσικά. Υπερέχω αριθμητικά. Αυτός είναι λιπόσαρκος. Εγώ γεροδεμένος. Δεν ξέρω. Μπερδεύομαι.

Δύσκολοι οι καιροί, κύριε πρόεδρε. Πολύ διαφθορά. Κάτι νύχτες νιώθω να χάνομαι και βρίσκω τον εαυτό μου να χαζεύει ξέμπαρκους ρυθμούς από το μπαράκι απέναντι. Ένα λίκνισα μου τρυπάει το μυαλό. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Που να πάω;

Αυτή η χώρα δε με θέλει. Τι άλλο μένει να κάνω;




Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Η αυτοκριτική του σθένους.

Ξέρεις, δεν κατάλαβα ποτέ κάποια πράγματα. Ασήμαντα για κάποιους αλλά απορίες για μένα.

Ξέρεις, εκείνο το περβάζι είχε μια γλάστρα κάποτε. Τι απέγινε; Η γάτα; Μα δεν είχαμε ποτέ γάτα. Οχι, κάνεις λάθος. Εσωτερικός μονόλογος; Να πεις αλλού τις πίπες σου. Που θα με πεις και τρελό.

Ξέρεις, καμιά φορά σκέφτομαι το 'αλλιώς'. Το αλλιώς ρε παιδί μου, το 'όχι έτσι'. Αόριστο το λες εσύ. Για μένα το 'αλλιώς' έχει μια μορφή. 'Αλλιώς'. Αν το φιλοσοφήσουμε δηλαδή κάτι το διαφορετικό προκύπτει ακόμη κι όταν αλλάξεις έστω και ένα απειροελάχιστο άτομο σε σχέση με την πρότερή του κατάσταση. Θα μου πεις αμπελοφιλοσοφίες τέτοιους καιρούς ας μη λέμε. Χορτάσαμε.

Ξέρεις, περνάω ώρες να μην κάνω τίποτα. Φαινομενικά δηλαδή γιατί εγώ νιώθω ότι κάνω. Μιλούσα τις προάλλες με μια φίλη. Η κουμπάρα της λέει υιοθέτησε ένα παιδάκι του τρίτου κόσμου. Αστείο μου φάνηκε. Δεν νιώθει αρκετά υπεύθυνη για να κάνει ένα δικό της και 'αγόρασε' ένα μαυράκι; Όταν της το είπα γέλασε. Έτσι θα βρουν την εξιλέωση; Μπορεί. Εγώ βαριέμαι.

Ξέρεις, κατηγορήθηκα για μικροκοσμισμό. Δεν νομίζω να υπάρχει αυτή η λέξη, αλλά πιστεύω σ' αυτήν. Εγώ δε φταίω. Εγώ μόνο προσπαθώ να είμαι αυτή που πρέπει να είμαι. Εγώ ανήκω σε ένα ρεύμα αγάπη μου, δεν είμαι μια τυχαία λουλουδού στα μπουζούκια της εθνικής τη δεκαετία του '70.  Έχω κουλτούρα και παρελθόν. Κυρίως παρελθόν.

Ξέρεις, αισθάνομαι λίγη, άχρηστη. Αισθάνομαι να με τρυπάνε, να μου ρουφάνε όλο το αίμα αόρατες βδέλλες. Είναι κρίμα, το ξέρω, να έχω παραισθήσεις.

Μ'αρέσει να μιλάω. Το ξέρεις. Γι' αυτό και δε σε ρώτησα. Αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις.

Ξέρεις, είναι καιρός να τα παρατήσω. Δεν πιστεύω ότι προσφέρω κάτι. Απλά υπάρχω για να κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Και το είδωλο δε συγχωρεί. Αμείλικτο. Με καρφώνει εκεί στο στήθος που κουβαλάω ένα βάρος. Νιώθω βαρύς. Ζώο.

Ξέρεις, πρέπει να ξυπνήσω επιτέλους. Αλλά για κάποιο λόγο κοιμάμαι ακόμη. Γιατί;

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Αχ, αυτά τα ατίθασα νιάτα! part 2

...

O Ψηλός τράκαρε σε μια πινακίδα με το κεφάλι του και έπεσε στο πάτωμα με ένα χαμόγελο αποτυπωμένο στο πρόσωπό του. Δευτερόλεπτα μετά ποδοπατήθηκε και αυτό από τον όχλο. Το σώμα του συνέχισε να τρέχει μπροστά για δεκαπέντε περίπου δευτερόλεπτα και είπε στο Φίλο.

'Φίλε, μη σταματάς εγώ πέθανα. Μην τους αφήσεις να σε πιάσουν...'

Ο Φίλος ένιωσε τα πόδια του να τρεμοπαίζουν. Δε μπορούσε να σταματήσει να τρέχει όσο και να ήθελε. Το σώμα του αρνούνταν να σταματήσει. Ο εγκέφαλός του άρχισε να μουδιάζει.

'Γαμημένο σκατόκουμπο...Τι πήγε στραβά;' ψέλλισε.

Μέσα στον καταιγισμό των σκέψεων που τον περιέλουζε δεν παρατήρησε ένα μικρό βοτσαλάκι στο διάβα του. Σκόνταψε. Ενώ έπεφτε στο μυαλό του έμεινε αποτυπωμένο το ερώτημα

'Τι πήγε στραβα;'

Στο μάτι του καρφώθηκε ένας ξύλινος πάσσαλος ενώ η σύγκρουση με τον πυροσβεστικό κρουνό τσάκισε τη σπονδυλική του στήλη στα δυο.

Ο όχλος πέρασε πάνω από το πτώμα του χωρίς να δώσει σημασία σε τίποτα από όσα είχαν συμβεί. Το τροπάρι συνέχιζε ακλόνητο.

'ΚΑΤΩ ΟΙ ΒΟΜΒΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΙΑ ΜΑΣ'
'ΣΥΝΤΑΞΗ ΣΤΟΥΣ ΕΠΙΠΛΟΠΟΙΟΥΣ' και
'ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΤΟ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΑΝΑΘΕΜΑ'

Μια διαδήλωση που μετατράπηκε σε γιγαντιαία σαπουνόφουσκα και εξαφανίστηκε αφήνοντας στο πέρασμά της ένα μουντό, άχρωμο τοπίο.
Οι δυο φίλοι βρέθηκαν καθισμένοι στο σπίτι του Φίλου, ακριβώς εκεί που ήταν και πριν με τη μόνη διαφορά ότι το κουμπί ήταν τώρα ολόκληρο και στην τσέπη του Ψηλού.

'Γαμάτα Ψηλέ!'
'Ναι, ρε Φίλε!'
'Είσαι για μια ακόμη;'
'Δεν ξέρω. Δεν κάνουμε κάτι να φάμε καλύτερα;'

Ο δεκαοκτάχρονος Γιάννης άνοιξε τα μάτια του. Πήγε να μουτζώσει τον εαυτό του αλλά σταμάτησε όταν θυμήθηκε πως τον τελευταίο μήνα ήταν ανάπηρος. Μεθυσμένο πλουσιόπαιδο. Βασάνιζε το μυαλό του με περίεργες σκέψεις που κλωθογύριζαν ασταμάτητα. Στο όνειρό του έτρεχε. Ήταν εφιάλτης; Δε μπορεί.

Η πόρτα του δωματίου 524 στην ιδιωτική κλινική 'Λάζαρος' άνοιξε και φάνηκε ένα αδύνατο αγόρι.

'Που σαι Ψηλέ;' χαιρέτησε. 'Πως είσαι;'
'Καλά ρε φίλε, εσύ;' αποκρίθηκε ο Γιάννης.
'Έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή;'
'Δεν ξέρω ρε Γιώργο. Λες να πετύχει;'
'Θα πετύχει σίγουρα. Σε ένα τρίμηνο θα περπατάς!'

                                                                              *
Τέσσερις μήνες μετά ο Γιάννης και ο Γιώργος  έπαιζαν μπάλα στο πάρκο απέναντι. Γύρισαν σπίτι καταιδρωμένοι και άνοιξαν τον υπολογιστή όσο ψήνονταν τα τοστάκια στην κουζίνα. Ακούστηκε η φωνή του Γιάννη.

'Μαλάκα...'
'Τι ρε;' είπε ο Γιώργος χαμένος στον κομπιούτερα.
'Κοίτα λίγο τι βρήκα στο μπουφάν μου...' είπε φοβισμένα ο Γιάννης.

Στα χέρια του κρατούσε ένα κουμπί, μέτριο σε ομορφιά και όχι ιδιαίτερα ακριβό ή πολύτιμο. Αμαρκάριστο από φίρμες εταιρειών. Στην πραγματικότητα δεν είχε καν κουμπότρυπες. Ο Γιάννης δοκίμασε να σπάσει το κουμπί στα δύο κάτι που εν τέλει έγινε με πρωτοφανή ευκολία.
Χαμογέλασαν

'Είσαι;'
'Είμαι!'

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Αχ, αυτά τα ατίθασα νιάτα!

Ξέρω ότι ίσως έχω μια εκνευριστική τάση να προαναγγείλω τα κείμενά μου. Είναι ίσως το 'αντί προλόγου' αλλά και επίσης ότι δε θα ανεβάσω κάτι το οποίο δεν πληρεί κάποιες προϋποθέσεις. Βέβαια το επόμενο κείμενο είναι κομματάκι ζόρικο. το βρήκα κάπου πεταμένο στη μετακόμιση, ομολογώ ότι είμαι γαϊδούρι και ότι το έψαχνα καιρό και μετά από κάποιο διάστημα απελπίστηκα και το θεώρησα χαμένο. Είχα στεναχωρεθεί χωρίς να ξέρω το λόγο μέχρι που το ξαναδιάβασα.

Θα το αφήσω στην κρίση σας. Επισημαίνω ότι γράφτηκε όταν ήμουν 16 (μάλλον) και ότι έχει άπειρα λάθη τα οποία και θα διορθώσω. Αυτό που μου προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο συμβολισμός που έχει. Δε με είχα ικανό για κάτι τέτοιο. :P

Anyways, enjoy!


'Είσαι;'
'Είμαι;' αναρωτήθηκε. 'Μέσα,' αποκρίθηκε τελικά. Έβγαλε από την τσέπη του το κουμπί που κρατούσε κρυμμένο τους τελευταίους μήνες και το έδωσε στον Ψηλό. Ήταν ένα μέτριο σε ομορφιά κουμπί, όχι ιδιαίτερα ακριβό απ'όσο μπορούσε να θυμηθεί και αν κάποτε υπήρχαν έστω και ίχνη από κάποιον οίκο, κάποια βιοτεχνία κουμπιών, ακόμη και αυτά είχαν από καιρό εξαφανιστεί. Για κουμπότρυπες ούτε λόγος.
    
Τα μάτια του Ψηλού γυάλισαν και γύρισε στο Φίλο του.
'Έτοιμος;'
'Έτοιμος,' απάντησε καταφατικά ο Φίλος. Ο Ψηλός έσπασε το κουμπί στη μέση και έδωσε στο Φίλο του το ένα κομμάτι.
'Με το τρία...,' είπε ο Ψηλός και έκατσε αντίκρυ στον Φίλο του.
'Δικό μου τρία ή δικό σου;' ρώτησε με απορία.
'Δικό σου ήταν το κουμπι. Δικό σου και το τρία,' αποκρίθηκε ο Ψηλός με ένα πετάρισμα του αριστερού του βλέφαρου.
'Ένα....'
'Δύο...'
'Τρία...'
Και αμέσως έφαγαν, χωρίς να το μασήσουν, το μέρους του κουμπιού που ανήκε στον καθένα.

Τα πάντα γύρω τους κινούνταν σε πολύχρωμους πρωτότυπους ρυθμούς, το περιβάλλον ένας ορυμαγδός από ψεύτικα θολά καρέ, ο χωρόχρονος ένα κολάζ από ανόητες αναμνήσεις. Οι παλιές έσκαγαν με δύναμη στην άκρη, διαμελίζονταν σε σταχτί κομμάτια και πλημμύριζαν το μυαλό τους με νέες, φρέσκες, διαφορετικές. Εικόνες. Σκηνικά. Φώτα. Προδοσία. Λαίλαπα. Ανάμεσα στις νέες μνήμες μια πιο έντονη, όμοια και στους δυο λαμπύρισε στο βάθος.

Βίαιες κινήσεις, πόνος στους καμπτήρες και τα χέρια του Φίλου μπήγοντας σε μια ήδη ματωμένη σάρκα ένα κομμάτι από μπουκάλι μπύρας που βρήκε παράμερα. Ο Ψηλός κρατούσε τσίλιες.
'Άντε ρε μαλάκα, τελείωνε, οι μπάτσοι έχουν ειδοποιηθεί.'
Ο Φίλος σηκώθηκε ευχαριστημένος με το θέαμα και φώναξε τον Ψηλό.
'Έλα να δεις.' Το σοκάκι ήταν θεοσκότεινο και μύριζε σκουπίδια και χυμένα έντερα.
'Αυτός είσαι. Έχεις τρία λεπτά να πάρεις το μαλλί πριν μας την πέσουν,' αποκρίθηκε ο ψηλός. Ο άλλος άνοιξε μια τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί του και άρχισε να ξυρίζει το σκοτωμένο πρόβατο. Έχωσε τα μαλλιά του πρόβατου στην τσάντα του και έκανε ένα βιαστικό σήμα στον Ψηλό.

Εκείνη τη στιγμή όλα σταμάτησαν. Μια δίνη παρέσυρε τα σώματα τους σε ένα βίαιο παραλήρημα ισορροπίες. Απότομες κινήσεις τράνταζαν τη βάση της σπονδυλικής στήλης. Το σκηνικό μια απερίγραπτη μουτζούρα που άλλαζε χαρακτήρα με αστραπιαία ταχύτητα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάλαβαν. Έτρεχαν. Απίστευτα έντονα, αγχωμένα, σταγόνες ιδρώτα να χάνουν την επαφή με τη σάρκα και να κουτουλάνε ατσούμπαλα στο έδαφος. Το ερώτημα έστεκε αναπάντητο.
'Ρε μαλάκα γιατί τρέχουμε;'
'Δεν ξέρω Ψηλέ! Δεν έχω αυτή τη μνήμη.'
'Έχεις μήπως το μαλλί;'
'Ναι. Νομίζω. Έχω την τσάντα.'
Άρχισε να ψάχνει βιαστικά και άγαρμπα στις τσέπες της τετράγωνης τσάντα που κρεμόταν από τον ώμο του. Έβαλε το χέρι του μέσα στη μεγαλύτερη θήκη και έβγαλε έξω τα έντερα του προβάτου,
'Τι δεν πήγε καλά; Τι επιπτώσεις θα έχεις' ρώτησε ο Ψηλός με μια έκφραση αγχωμένης απορίας στο πρόσωπό του.
'Ανάθεμα κι αν ξέρω. Πρώτη φορά το δοκιμάζω,' αποκρίθηκε ο Φίλος.

Όλα συνέχισαν να κυλάνε στραβά. Η έκκριση αδρεναλίνης στο αίμα τους έκανε τις φλέβες στο μέτωπο να σφυρίζουν επικίνδυνα. Έτρεχαν ξανά.
Έτρεχαν ασταμάτητα. Τρέχουν.
'Ρε μαλάκα γιατί τρέχουμε;'
Και τότε κατάλαβαν. Οι μπάτσοι. Κανείς δεν είχε γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Ένα ολόκληρο αστυνομικό σώμα έτρεχε πίσω τους. Και μαζί μ αυτό, έτρεχε και ολόκληρη η πόλη.


(παρτ 2 μετά γιατί είναι κουραστικό να έχω ένα τεράστιο ποστ. Αποθαρρύνει τους 3 αναγνώστες μου)