Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Etude for the Deceased

The young girl rose up from the muddy grounds she had fallen to and fixed her white dress.
"I' ve never owned a white dress..." she thought and her gaze wandered around the strange place. Mist covered everything apart from a lone manor about fifty paces ahead. She headed there with her heart beating fast. Upon reaching the green yard she noticed that the mist did not come to that place. In front of her, just a few steps ahead lay a huge black marble door bearing golden round doorknobs. The young girl fixed her dress one more time and passed her thin hand through her sleek blond hair in an attempt to take care of her visage while walking towards the black door. She took a deep breath and opened the door.
Darkness lay ahead scattered all over the place but in the middle something like a faint light formed a corridor about three feet in width. She started walking the corridor feeling uncertain and confused but not scared. Her heart was still racing though. After what seemed like a quarter of an hour, she reached a round wall encircling what seemed to be a parlour well guarded by another black marble door. The girl reached for the golden handle and pushed the door inside. It opened as if gliding in the air and she stood there, unmoving, facing the ajar door and the back of a weird figure sitting alone on what seemed to be the only trace of furniture around. A black piano.
"You might as well come in, dear..." sounded a deep low voice and her heart returned to its normal beats. She felt even more confused. That soothing voice belonged to someone long gone from her life, in a terrible accident. She could still hear the screaming in her dreams.
"Is this really you...?" she managed to whisper while taking small, childish steps towards the figure. The light was low but still, she could see the dark figure with the round belly, straighting the tie that came with the black tux he was wearing.
"Oh, my, have you really forgotten me...? It's only been a few hundred years..."
"What are you talking about? I am only sixteen... Grandpa, is that really you...?" she asked with a tremble in her voice.
"Oh, yes, you are right, I believe myself to be utterly stupid. I suppose you remember my death located somewhere around the earth year 2004?"
"What are you talking about... What is this place? Who are you? Why do you look like my grandpa?" Her voice began to fill with rage and anger.
"Easy Ponytail, it's me, I promise..."
"Mind if I ask you a question...?"
"Not at all" she said absentmindedly.
"Can I have a big hug like those you gave me back then?" he said and a big smile formed to his quite young face. He stretched his arms widely and looked deep in the girl's eyes. She smiled happily and ran towards him afraid that she might lose him again, once and for all this time. She did not care if this was a dream, or if she was on drugs although she detested them. All she cared about was that she could see him again. After a long minute the broad man sat down in front of the piano.
"I... I meant to ask you... Are you in Heaven?"
"Oh, little girl, I am afraid I cannot tell you this...As much as I love you, some things must be kept secrets...!" he said while moving a finger across her face in a gesture of denial. He smiled widely. "You' ve grown all right young lady. And this lovely dress of yours!"

"It is not mine!"
"You mean you stole it?" her grandfather frowned.
"No, no, I swear! I would never do something like that... I will not become like my parents."
"Sweetheart, your parents are gone now...You are safe now..."
"I hate them. Their love for substances and smoke and all this woes of the modern era, was so much greater than their love for me." Her fists clenched tightly. The middle aged man looked at her through his glasses and asked her politely.
"That is why you have us..."
"I don't have you anymore.. And Nanna misses you so much. At times I see her sitting on your old armchair, holding a picture of you and smiling while crying. I wish I could do that... But I feel dead inside..."
"Oh, no young lady that is far from harsh you know."
"I did not cry when you left!" she yelled. "I did not cry when the two of them got in jail. I did not cry when a gang stole my bike. I have never cried. I need to cry. If anything I owe a tear to those I loved and they are now long gone. Like you..."
"You owe me nothing. That is nonsense."
"But... I...Everyone cries!" she said desperately while looking at her grandfather. "We need it in order to cleanse our souls...And mine is empty now... It is too late..."
"Hmm... Look at yourself saying all these nice things...!" he said smiling.
"STOP smiling!" she yelled again. "And what's with the piano?"
"Oh, my dear, the piano is for the concert."
"What concert?" she asked abruptly.
"But of course, my concert! I composed it! And I brought you here to let you hear a piece..."
"But, you do not know how to play the piano... You have always told me..." she stood there thinking for a brief moment and then she jumped up screaming with joy "You did it! You did it! You always told me you wanted to play the piano but you did not have time to learn and... wait a moment..."
He smiled and nodded again. Her hands started to tremble. He kissed her forehead with a warm kiss and faced the piano. He touched a key and the beautiful melody unleashed itself in the room. The circular room was now filled with lights and well dressed people watching the orchestra located behind her grandfather. He turned to her still playing the wondrous melody that came to her ears. The crowd below stood stunned by the grandeur of music that flowed through the amphitheater and minutes later the applauds fought the fine wooden instruments. Her grandfather seemed so happy. She walked towards him and touched his shoulder. He turned his sweet and round face towards her and blinked his left eye.
"It is never too late, Ponytail...Kiss Nanna for me..." he said still smiling. Moments later everything went dark and a young girl with long blond hair jumped from her bed. A droplet of cold water stained her white pajamas and she raised her hand towards her eyes only to find tears of joy flowing down her face.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Τσιριμπίμ τσιριμπόμ με λεφτά και μπόλικο ρομάντσο

Ο καθυστερημένος τίτλος αναφέρεται στο ρομαντισμό που κείτεται κάπου βαθειά μέσα μου και ξυπνάει κάτι περίεργες ώρες με αποτέλεσμα να απορούν γενικώς όσοι με ξέρουν... Αλλά ρε γαμώ το δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι αν όντως παλαιότερα ήταν τόσο διαφορετικά τα πράγματα όσο λένε. Θα μιλήσω πάλι για την επιστημονική κοινότητα γιατί ευτυχώς ή δυστυχώς κατά κει κατευθύνομαι μια ζωή.

Τα τελευταία χρόνια πλανάται ένα τεράστιο κατήγορω στους απανταχού λεφτάδες. Ότι δηλαδη τα έχουν όλα έτοιμα και δε δουλεψαν ποτέ και απλα καρπώνονται τον κόπο τον άλλον και ένα σωρό ιστορίες τις οποίες πραγματικά γνωρίζουμε όλοι μας. Δε θα μιλήσω για τα ειδεχθή σκάνδαλα της πολιτικής και τα πεινασμένα τσακάλια που έχουν καταντήσει τη χώρα μας εντελώς σκουπίδι (ήταν στραβό το κλήμα, το φαγε και ο γάιδαρος...) αν και ομολογουμένως αυτά εμπίπτουν στην παρούσα κατηγορία. 

Ευτυχώς ή δυστυχώς οι άνθρωποι διαφέρουμε μεταξύ μας. (Ευτυχώς κατ' εμέ. Η Παπαρήγα και οι λοιποί κόκκινοι λενε δυστυχώς. Υπενθυμίζω δεν κάνω πολιτική προπαγάνδα.) Άλλοι είναι πιο φιλόδοξοι, άλλοι λιγότερο. Άλλοι πιο φιλάργυροι, άλλοι πιο ανοιχτοχέρηδες. Άλλοι δουλευταράδες, άλλοι τεμπελχανεία. Όπως είναι λογικό, τούτο συνεπάγεται και ένα διαφορετικό μέγεθος τσέπης. Και επειδή τα σάβανα δεν έχουν τσέπες ανέκαθεν, αυτά τα λεφτά που μαζεύονται και μαζεύονται και μαζεύονται κάπου πρέπει να πάνε. Αν πανε σε δουλευταρά, θα γίνουν επένδυση και περισσότερα χρήματα. Αν πάνε σε τεμπελχανείο, θα εξανεμιστούν στο πρώτο 24ωρο. Αν πάλι πάνε σε φιλάργυρο, θα μείνουν ίδια καθώς δε θα ξοδέψει δεκάρα. Αν πετύχουμε το τζακ ποτ και πάνε σε σπαγκοραμμένο μυαλωμένο δουλευταρά τότε σχηματίζεται ο επονομαζόμενος μεγιστάνας.

Και αυτά τα λεφτά όμως κάποια στιγμή θα μεταβιβαστούν. Και έτσι και έγινε. Και εφιστώ την προσοχή όλων όσων πιστεύουν ότι με το να καταριούνται και να ζηλεύουν θα φέρουν την ευτυχία στον εαυτό τους. Κάποτε τα λεφτά αυτά έφτασαν σε μυαλά φωτεινά και πεινασμένα για γνώση και μάθηση. Και κάποτε δημιουργήθηκαν οι πρώτοι επιστήμονες. Όλοι οι μεγάλοι που έθεσαν τα θεμέλια για να μπορούν να ζουν ακόμη και οι φτωχοί άνετα, ήταν πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι... Μα πως αλλιώς θα μπορούσες να σώσεις το τομάρι σου όταν στην εποχή που ζούσες, οι πόνοι της σκωληκοειδίτιδας αντιμετωπίζονταν με εξορκισμό δαιμόνων; Όταν οι όμορφες γυναίκες είχαν κατακτήσεις και επονομάζονταν μάγισσες; Ποιος φτωχός είχε πρόσβαση στην τότε γνώση και εκπαίδευση;

Ας μη βλέπουμε μόνο τη μια πλευρά του νομίσματος. Συμφωνώ ακράδαντα με το money makes the world go round αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δε χαμπαριάζουν. Και πάντα θα υπάρχουν. Όσο σκέφτομαι το κλασικό "εκείνες οι εποχές ήταν αλλιώς" τόσο αυτο αναιρείται στο κεφάλι μου. Διοτί δεν ήταν αλλιώς. Και τα φέουδα υπήρχαν και οι δούκισσες και οι λιμοί και οι πείνες και οι θάνατοι και οι αποκεφαλισμοί και τα κάστρα και η υπερμετρη φιλοδοξία και όλα. Τώρα βέβαια αυτά έχουν αλλάξει όνομα. Είναι γνωστά ως "Βουλή", "Πρωθυπουργός", "Υπουργός"... αλλά ξεφεύγουμε απο το όριο της μη πολιτικής συζήτησης.

Στην τελική δηλαδή τί έχει αλλάξει; Ας έρθει κάποιος με ιστορικά δεδομένα να μου πει "αυτό δε συνέβαινε τότε". Κανένας. Γιατί δυστυχώς τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου... Και ποια επιστήμη και κουραφέξαλα. Μόλις ανακάλυψα ότι ήμαστε οι ίδιοι κατεργάρηδες, κουτσομπόληδες, κακεντρεχείς μαλακοπίτουρες που ήμασταν πριν από 500 και βάλε χρόνια. Ποια λογική και ποιο χρήμα, εδώ με το ζόρι τρώμε. Μια γρίπη λέει κινδυνεύει να μας αφανίσει όλους.

Δεν ξέρω τι να σκεφτώ πια...




(σταυρωμένα χέρια και χάζεμα οθόνης για 2 λεπτάκια... Μετά πίσω στην παραγωγή των εξισώσεων του Maxwell με ανακετεμένη διάθεση...) 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χωροχρονικές Ανησυχίες

Δεν είναι λίγες οι στιγμές της μικρής ζωής μας κατά τις οποίες αναρωτιόμαστε τι θα συνέβαινε αν...(ελεύθερη σκέψη καθενός). Εγώ προσωπικά έχω συλλάβει τον εαυτό μου να προσπαθεί να βρει πολύ συχνά άκρη, έστω και με την απλή λογική που διαθέτει σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα που βασανίζουν ακόμη και τους μεγαλύτερους επιστήμονες του κόσμου κατά καιρούς. Εδώ ανακαλύπτει κανείς την τραγική ειρωνία της όλης αυτής εσωτερικής αναζήτησης στα άδυτα του επιστημονικού κόσμου καθότι διαφαίνεται πλέον ότι πρόκειται για κάτι εντελώς μάταιο. Παρόλα αυτά, το μικρό μου μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να σταματήσει να τρέχει αχαλίνωτα και να διασχίζει τα χωράφια οποιουδήποτε και όποτεδήποτε.

Είναι δεδομένο κατά κάποιον τρόπο στο κεφάλι μου ότι ο άνθρωπος είναι ένα εντελώς παραπλανημένο όν. Και το χειρότερο έιναι ότι αυτοπαραπλανόμεθα ανελέητα και αδιάκριτα σε όλους τους τομείς αναζητώντας το κάτι παραπάνω, αναζητώντας τρόπους να ενισχύσουμε τις ήδη εκπληκτικές δυνάμεις που έχουμε ως είδος με σκοπό να μιμιθούμε διεργασίες πολύπλοκες και τεχνικές. Το ενδιαφέρον της ελεύθερης σκέψης μου στέφεται συνήθως προς την απεριόριστη κίνηση μέσα σε ένα μέρος που ονομάζουμε Χωρόχρονο. Και αυτό γιατί πολύ αργότερα καταλάβαμε ότι αυτά τα δύο είναι μάλλον πάνε πακέτο. Έχει αποτελέσει όνειρο του κάθε ανθρώπου, έστω και για μια απειροελάχιστα μετρήσιμη ποσότητα χρόνου, να μπορέσει να ελέγξει την τέταρτη διάσταση που διέπει το σύμπαν μας. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η δύναμη του Χρόνου ήταν αντιληπτή από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ύπαρξής μας. Το πιο απλό παράδειγμα...Η μετάβαση από τον Ήλιο στο Φεγγάρι, από την ημέρα στη νύχτα, έδινε και δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση της προόδου. 

Αν κάποτε έιμαστε ικανοί να δαμάσουμε το χώρο και τον χρόνο, πως θα το εκμεταλλευτούμε; Θα γυρίσουμε στο παρελθόν και θα φροντίσουμε για το μέλλον μας; Με τη δική μου ταπεινή λογική, θα φαντάζουν ακατόρθωτες για αρκετά χρόνια ακόμη οι τηλεμεταφορές καθώς και οι βόλτες στο Χρόνο. Εδώ εισέρχεται και ένα καταπληκτικό παράδοξο:Ο Χρόνος για αρκετά χρόνια θεωρούνταν ανθρώπινη εφεύρεση. Αυτό και μόνο καθιστούσε τα ταξίδια σε αυτόν αδύνατα. Τα σενάρια "Back to the future" έπεφταν στο κενό και οι ανθρώπινες δυνατότητες περιορίστηκαν σημαντικά στη φαντασία κάποιων. Ώσπου ήρθε ένα μάτσο απο μυαλωμένους ανθρώπους και μας ενημέρωσε ότι ο Χρόνος είναι διάσταση και όντως διέπει κάθε μας κίνηση. Και ως διάσταση βέβαια, (αόρατη μεν, αλλά αντιληπτή κατά κάποιον τρόπο, δε...) θα πρέπει να είναι μεταβλητή. (Δεν είναι η σωστή λέξη αλλά κάνει τη δουλειά της...)

Από την άλλη μεριά, η τηλεμεταφορά βασίζεται σε ένα και μοναδικό σενάριο, το μοναδικό που μπορεί να την καταστήσει πραγματοποιήσιμη. Η ιδέα της καμπύλωσης του Χώρου με κατάλληλο τρόπο ώστε η Αφετηρία και το Τέρμα να βρίσκονται στην ουσία στο ίδιο μέρος ήταν αυτή που καθιέρωσε την τηλεμεταφορά δυνατή σε σειρές όπως το Star Trek. Μήπως όμως έχουμε παραβλέψει κάτι; Σύμφωνα με τις γνώσεις μου, ο Χώρος υπάρχει σε συνάρτηση με το Χρόνο και λογίζονται ως ένα ''πακέτο'', τον επονομαζόμενο Χωρόχρονο. Θα ήταν άραγε δυνατό να καμπυλώσουμε τον Χώρο αλλά να αφήσουμε τον Χρόνο ανέπαφο;

Οι μέχρι τώρα μελέτες και παρατηρήσεις είναι απογοητευτικές. Το μόνο πράγμα που φαίνεται να μπορεί να καμπυλώσει το Χωρόχρονο είναι σώματα μεγάλου βάρους. Τεράστιου βάρους. Κολοσσιαίων διαστάσεων για την ακρίβεια σε σύγκριση με τις δικές μας. Και ναι, αυτά τα σώματα είναι τα πλανητικά σώματα. Φανταστείτε ένα δίχτυ τεντομένο και στη μέση να αφήνουμε μια μπάλα από Μόλυβδο. Αν παρουσιάσουμε το δίχτυ ως το Χωρόχρονο και τη μπάλα ως ένα ουράνιο σώμα, τότε το βούλιαγμα που παρατηρείται από το βάρος της μπάλας είναι η καμπύλωση του Χωρόχρονου. Άρα για να τηλεμεταφερθούμε θα πρέπει να αποκτήσουμε μάζα της τάξεως των 5.9742 × 10^24 kg (η μάζα της Γης) και να κάμψουμε το Χωρόχρονο γύρω μας; Και αν η καμπύλωση δεν είναι αρκετή; Από την περίφημη εξίσωση του Einstein Ε=mc^2 θα πρέπει μάλλον να ξεχάσουμε τις μετατροπές μάζας αλλά και τα όνειρα της τηλεμεταφοράς. 

Όσο μεγάλο και όμορφο να είναι το σύμπαν δυστυχώς διακατέχεται από κάποια σαφή όρια. Κανένα σώμα δεν μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός. Αυτό όμως φαίνεται να είναι προϋπόθεση για την ραγδαία απόκτηση κολοσσιαίων ποσοτήτων μάζας ή ενέργειας με σκοπό την μετατροπή της σε μάζα (ναι,γίνεται...) και με λίγα λόγια βράσε ρύζι. 

Πριν από κάποιον καιρό έπεσε στο μάτι μου ένα άρθρο το οποίο μιλούσε για την επίτευξη ενός μακρινού στόχου για κάποιον που έζησε ελάχιστες δεκαετίες. Η τηλεμεταφορά φωτονίων ήταν πραγματικότητα. Διαβάζοντας το άρθρο προσεκτικότερα διαπίστωσα ότι δεν ήταν. Το μετέφεραν το φωτόνιο δε λέω αλλά στην προκείμενη περίπτωησ μάλλον η λέξη "Μετέφεραν" είναι λανθασμένος όρος. ''Ανδημιούργησαν'' θα έλεγε κανείς ένα άλλο ίδιο, σε μια άλλη τοποθεσία και ταυτόχρονα καταστρέφοντας το πρωτότυπο. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος η τηλεμεταφορά είναι πολύ πιθανό να καταστεί εφικτή για αντικείμενα. Τι γίνεται όμως με εμάς τους ανθρώπους;Δυστυχώς απότι φαίνεται, οι άνθρωποι δε γίνεται να τηλέμεταφερθούν διοτι κατέχουν ίσως το μοναδικό πράγμα που προσπάθησαν πολλοί να εξηγήσουν μα κανείς τους δεν τα κατάφερε στο τέλος: