Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

"..."

"Το χρειάζομαι γαμώ το δεν καταλαβαίνεις ;"

"Δε με ενδιαφέρει. Δεν κάνω ψυχικά κοπελιά. 40 ακατέβατα και έφυγες" είπε ο όμορφος νεαρός.

"Δεν έχω πάνω μου τόσα αλλιώς θα σου τα έδινα... Δώσε μου λιγότερο... Δε ζητάω ψυχικό...

Δε μπορώ χωρίς αυτό..." ψέλλισε δειλά η ξανθιά αδύνατη κοπέλα και τα μάτια της βούρκωσαν

Δεν ήταν από την κατάντια στην οποία είχε πέσει. Δεν ήταν από το ρουφηγμένο της πρόσωπο που αντίκρυσε το πρωί στον καθρέφτη. Ήταν από τον πόνο και την ένταση. Έπρεπε να πάρει μια δόση ακόμη. Έπρεπε να ακουμπήσει την πλάτη στον τοίχο  στο πιο σκοτεινό σοκάκι της πόλης και με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού που μόλις έχει αποκτήσει το αγαπημένο του παιχνίδι να ψάξει δειλά δειλά να βρεί μια γερή φλέβα για να περάσει τη σωτήρια ουσία στο αίμα της.

Και μετά να ταξιδέψει ατελείωτα από το σήμερα στο άυριο, από το χθες στο πέρσι που ήταν όμορφη και γερή, να αναπολήσει, να καταραστεί, να γελάσει και να σηκωθεί να πάει στο μπουρδέλο που αποκαλεί "σπίτι" παρέα με τους υπόλοιπους.

Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δε θα πάρει τη δόση της γιατί δεν έχει αρκετά λεφτά επάνω της. Δε θα ταξιδέψει. Δε θα αναπολήσει. Θα πονάει ατελείωτα μέχρι να την προδώσει η καρδιά της ή ακόμη ακόμη μέχρι να αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στον πόνο και τη θλίψη και να φουντάρει από κάπου ψηλά.

Ίσως καταφέρει να πετάξει τότε! Και θα είναι πραγματικά ελεύθερη. Από τον πόνο; Από το μυαλό της. Δεν ξέρει. Μπερδεύεται. Δεν έχει καταλάβει ότι κρατάει τον όμορφο νεαρό από το παντελόνι και σέρνεται στη βρεγμένη άσφαλτο. Δεν έχει καταλάβει ότι τον παρακαλάει να τη λυπηθέι και να της δώσει αυτό που τόσο πολύ ψάχνει. 

"Κοπελία είσαι καμένο χαρτί. Πρώτη φορά μου τυχαίνει κάτι τέτοιο." είπε αυστηρά ο νεαρός ανάβοντας ένα τσιγάρο. 

"Καπνίζεις;" τη ρώτησε συμπονετικά.

"Όχι, κάνει κακό" απάντησε εκείνη σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυά της με το χέρι της.

Ο όμορφος νεαρός χαμογέλασε και της έδωσε μια σύριγγα με αυτό που ήθελε η κοπέλα. 

"Πάρτο και φύγε" της είπε. "Δε θέλω τίποτα."

Εκείνη ψέλλισε ένα ευχαριστώ μέσα από τα δόντια της και έψαξε για το σκοτεινότερο σοκάκι της πόλης.

***

"Μάκη έλα γρήγορα!" ακούστηκε μια φωνή μέσα στη φασαρία της πρωινής κίνησης.

"Τι έγινε ;" ήρθε η απόκριση από λίγο πιο μακριά

"Άλλη μια..." απάντησε λυπημένα η πρώτη φωνή και συνέχισε "Κάλεσε το κέντρο εγώ θα δω αν έχει ταυτότητα πάνω της"

Ο θόρυβος από τα παπούτσια στο λερωμένο πεζοδρόμιο χάθηκε μέσα στις κόρνες και το θόρυβο από την κίνηση της πόλης. Αεικίνητες λωρίδες οχημάτων πακτωμένων με βιαστικούς ανθρώπους που τρέχουν για να προάβουν το μεροκάματο. Και κάπου εκεί ένας γονιός περιμένει από ώρα σε ώρα να χτυπήσει το τηλέφωνο του σπιτιού και να ακούσει νέα από το παιδί του... Για το παιδί του... 

"Κατάρα!"

"Τί έγινε πάλι ; " αναρωτήθηκε ο Μάκης.

"Ούτε 17 ρε μαλάκα... Ούτε 17..."

3 σχόλια:

kogi είπε...

Sad, αλλά πολύ ωραίο.. =/

George Karageorgis είπε...

Kala re varemene synadelfe... Emena de8ike to stomaxi mu na to diavasw... Esi pws to egrapses ? Po po... Ise ligaki arrwstos pantws

Sacred Chemist είπε...

Emena dethike to stomaxi mou me auti tin katastasi me ta narkwtika...

euxaristw pou to diavases...
Sorry gia to stomaxi...:)