Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Οδηγός αντιμετώπισης καθημερινότητας

Έτρεχα. Είχα σαφρακιάσει από τη δίψα αλλά έτρεχα. Το μόνο που μπορούσε να πει κανείς για μένα ήταν ότι ήξερα να τρέχω. Πως λένε μερικοί "τρέχει σαν πούστης;" (τι γελοία έφραση) Ε, εγώ τρέχω σαν να με κυνηγάει πούστης. Mαύρος. Που έχει πάρει viagra. Μπροστά, πίσω και γύρω μου είχα τα φιλαράκια μου. Αλλιώς τα θυμόμουν, αλλιώς τα έβλεπα.

Ο ένας είχε γίνει νάνος με τσεκούρι -καμία σχέση με τη φράση "αποδοτικό τρέξιμο". Μια χαοτική μάζα από άκρα που ακουμπούν, άλλοτε κάθετα και άλλοτε ο-θεός-να-μας-φυλάει-πως, στο έδαφος με διάνυσμα ταχύτητας έμπροσθεν.

Ο άλλος προσπαθούσε να σώσει μια δεσποσύνη, αλλά μάταια, δεν επρόκειτο να του κάτσει. Μα τι μαλακία έχουν αυτοί οι άνθρωποι μαζεμένοι στη γκλάβα τους και θέλουν να σώσουν δεσποσύνες. Μαλάκα, γαμώ τους paladin. Πήδημα ανταλλαγής ρε φίλε. Σε σώζω, θα μου κάτσεις και μετά θα ακούω τους Πυξ Λαξ του μεσαίωνα για δυόμιση χρονάκια.

Κι εκεί που χαζεύαμε, ξαφνικά λέει, πατάει ένα τρέμουλο το έδαφος και πετάγεται από μέσα μια τεράστια μοβ σκουληκαντέρα με σκοπό να σε φυλακίσει στον υπέρ-το-δέον όξινο οισοφάγο της. Και τι κάνεις τότε; Μαλάκα, σοβαρά τι κάνεις;

"Ρίξε ζάρι", θα σου πει ο DM. Ναι, ρε μαλάκα μου, ναι. Να το ρίξω εγώ το ζάρι. Αλλά πες μου λίγο σοβαρά:

Αν εκεί που περπατάς πεταχτεί μια μοβ σκουληκαντέρα -μισό να τραβήξω μια εικόνα για να καταλάβετε γιατί πράμα μιλάμε- ορίστε, πάρτε την.

ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Ρε, ακόμη και το half-orc τρέχει μανιασμένο, που έχει 3 Ιntelligence το γαμήδι.
Μέχρι κι αυτό ξέρει ότι άμα δει μια τέτοια αηδία να πετάγεται από τα χώματα μία είναι η φάση του:
"Φίλε, δυο λέξεις, ΤΡΕ-ΧΑΑΑΑΑΑΑ"

Κατεβαίνεις την Αριστοτέλους, ωραία; Την κατεβαίνεις, κατεβαίνεις, χαζεύεις γκομενάκια, κωλόπαιδα και τα συναφή, χαζεύεις την Άθωνος και θυμάσαι μια βραδιά που έβγαλες γκόμενα και μια άλλη που έπαθες τροφική δηλητηρίαση και ξάφνου να πούμε, σείεται ο τόπος και τσουπ, ξεφυτρώνει ο εωσφόρος ο ίδιος.

Πανικός, κόσμος πετάει την κρέπα του στο πάτωμα, τα περιστέρια διστάζουν να την τσιμπίσουν γιατί βλέπουν το τέρας -κι όταν μαλάκα μου το περιστέρι το ίδιο διστάζει, ξερεις: Την πούτσισες.

Εκεί ρε πρέπει να δείξεις την αξία σου.

Εκεί είναι που πρέπει να επιβληθείς στο τέρας και να υψώσεις ανάστημα.

Εκεί πρέπει να θυμηθείς τους κανόνες και να το αφήσεις να σε καταπιεί ολάκερο φωνάζοντας με μια βρωντερή ιαχή:

"ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΤΣΩ, ΑΘΛΙΟ ΤΕΡΑΣ".

και να το πεις και να το κάνεις μια πραγματικότητα. Να σφηνώσεις τη σπάθα στον οισοφάγο-σιδηρόδρομο και να κόψεις τον δρόμο σου όξω από τη βρωμερή στομάχα του τέρατος, αγνοώντας τα λίτρα υδροχλωρικού οξέος που σου καίνε τα νύχια των ποδιών.

Και μετά; Μετά μαλάκα θα πέσει το κεφάλι πάνω στο ρολόι της Τσιμισκή και ο κόσμος γύρω θα σε κεράσει Τερκενλοτσούρεκα που πάντα αναρωτιώσουν γιατί είναι τόσο διάσημα αφού υπάρχουν και πολύ πιο νόστιμα τσουρέκια αλλά τι να κάνεις αυτά έχει το μαρκετινγκ.

Χάος.

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Kράξιμο Κεφ. 236

"Αν δε σου λείπει κάτι όταν νυχτώνει, μπορείς να θεωρήσεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο"

Μου λείπει. Ύπνος. Να θυμηθώ τα Xanax πριν την πέσω.

"Από τότε που βγήκε το "πλάκα κάνω", οι κακίες ντύθηκαν με "πούστικο χιούμορ"

Από τότε που απέκτησαν facebook τα όντα με IQ κάτω του 12, η υπομονή μου φοράει μπέρτα τα βράδια και δέρνει κόσμο κρυφά από μένα.

"Βασικά, στ' αρχίδια μου τι λένε για μένα" το οποίο ακολουθείται από γκομενίτσα με τσιγάρο και τζακ ντάνιελς και ένα αμάνικο τοπ.

Μάντεψε: Δεν έχεις αρχίδια.

"Όταν επικοινωνούν 2 σώματα λέγεται έρωτας. Όταν επικοινωνούν 2 Μυαλά λέγεται Χημεία. Όταν επικοινωνούν 2 ψυχές λέγεται φιλία. Όταν επικοινωνούν όλα μαζί λέγεται Τζακ Ποτ."

Dude, you are soooo deep. Βγες γρήγορα από το μουνί. Γρήγορα είπα!

Ρε, σοβαρά.

Τρομάζω καμιά φορά. Αυτά που τα κάνετε και like και τα φοράτε και σε χαϊμαλιά πάνω σας και τα κάνετε και τσιτάτα και τατουάζ, τα ζείτε ρε παιδί μου με όλο σας το είναι, έτσι;

Τι μυστήρια ανάγκη είναι αυτή που ωθεί τον εγκέφαλό σου να γράψει τέτοιες πίπες και ο άλλος από δίπλα να πει "ΝΑΙ ΡΕ ΦΙΛΕ" και να γουστάρει σαν το μεταλλά που χτυπιέται στο μπαράκι μόνος του όταν δεν υπάρχει κανείς δίπλα να τον καμαρώσει;

Δεν ξέρω που ΣΚΑΤΑ είναι το γαμημένο το πρόβλημά σας, αλλά:

Πρώτον: Ξεκαθαρίστε τους ανθρώπους γύρω σας. Μια ζωή έχουμε. Οι μαλάκες είναι τόσοι πολλοί που μπορούν κάνουν παρέα ο ένας με τον άλλον άνετα. Μη τη σπαταλάτε πάνω τους.

Δεύτερον: ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΓΑΠΕΣ. Τις τραγούδησαν οι Πυξ Λαξ, η Πάολα, ο Καρράς και πολλοι άλλοι και χωρίς καμία -μα καμία- εξαίρεση, τους κάνατε όλους ζάπλουτους. Κάντε και κανέναν άλλον τώρα.

Τρίτον: Διαβάστε κανένα βιβλίο. Ανοίξτε το. Κι ας είναι και Δημουλίδου, δεν πειράζει. Από το να μη διαβάζεις καθόλου, διάβασε σκατά. Δεν κάνει κακό. Κι απ' τα σκατά κάτι παίρνουμε. Κοίτα τις μύγες, τόσα χρόνια μια χαρά τα καταφέρνουν. Κάποτε μέσα από την αναζήτηση για το επόμενο βιβλίο που θα ρουφήξεις, θα καταλήξεις και σε καλύτερα βιβλία. Ξέρω, θέλει προσπάθεια. 50,000 λέξεις μαζεμένες η μία δίπλα στην άλλη...μαλάκα...καταστροφή. Πως γίνεται να τις διαβάσεις; Και να βγάλεις και νόημα;
Άσε, 12 χρόνια στο σχολείο ήταν αρκετά. Πφφ, βάλε και το πανεπιστήμιο καταστροφή. Διαβάσαμε για όλη μας τη ζωή!

Γενικά έχουμε γεμίσει φιγούρες που "αισθάνονται". Πολύ μ' αρέσει αυτή η έκφραση. "Αισθάνονται" τα πάντα.

Η ζωή είναι 90% νερό και 10% συναίσθημα.
Υπάρχουν το νιώθω κρυφά μονοπάτια,
υπάρχουν κομμάτια από φως στη σιωπή.
Πουτάνα στην ψυχή.
Να το βάλω ένα μπουρλότο, να το κάψω ρε γαμώτο.
Δεν ταιριάζετε, σου λέω, τόσο αντικειμενικά στο λέω.

Για να μη γίνομαι σπαστικός μαλάκας για άλλη μια φορά ορίστε οι στίχοι από το νέο σίχαμα του Παντελίδη:

Αφήνω πίσω στην καρδιά μου δυο πληγωμένα σ' αγαπώ
κοντά σου έρχομαι καρδιά μου και περιμένω να σωθώ
κοντά σου έρχομαι καρδιά μου και περιμένω να σωθώ
Αφήνω πίσω στην καρδιά μου δυο πληγωμένα σ' αγαπώ

Μου λες δε γίνεται να ξαναείμαστε μαζί
πως αποκλείεται και εγω κομμάτια γίνομαι
Μου λες δε γίνεται όμως με ένα μου φιλί καρδιά μου
γίνεται γίνεται γίνεται

Αφήνω πίσω στην καρδιά μου ένα μεγάλο χωρισμό
κοντά σου έρχομαι καρδιά μου και περιμένω να σωθώ
κοντά σου έρχομαι καρδιά μου και περιμένω να σωθώ
Αφήνω πίσω στην καρδιά μου ένα μεγάλο χωρισμό

Μου λες δε γίνεται να ξαναείμαστε μαζί
πως αποκλείεται και εγω κομμάτια γίνομαι
Μου λες δε γίνεται όμως με ένα μου φιλί καρδιά μου
γίνεται γίνεται γίνεται

(το copyright ανήκει στη ΜΙΝΟΣ ΕΜΙ)

(να το χαίρεται)

Είναι ρε κατάσταση αυτή; Τι σκατά έχετε πάθει όλοι;

Έχω και τη Σάσα να μου τραγουδάει "Μου 'μαθες έρωτα, έρωτα, έρωτα."

Η αλήθεια είναι ότι η βλακεία πήζει στο μυαλό και κάθεται εκεί. Σαν παράσιτο ένα πράμα. Τρέφεται με ο,τι μαλακία της δώσεις και καταλήγει να γίνεται η ζωή σου. Τη σερβίρουν και παντού. Είναι και φτηνή.

Αλλά μην την ανέχεσαι. Κάνε ρε κεφτέ λίγο κουράγιο. Λίγο. Ζόρισε το κι ας είναι μονοπύρηνο.

Για το καλό σου είναι.

Θα περάσεις τα 70 χρόνια που κέρδισες σε αυτόν τον πλανήτη έτσι;

Κρίμα δεν είναι;

3ο Φεστιβάλ Κωμωδίας Ξάνθης

Tην καταραμένη εβδομάδα που μας πέρασε τη μετατρέψαμε στην καλύτερη εβδομάδα του χρόνου so far. Κι αυτό γιατί το καταδικασμένο-να-αποτύχει έτσι και το φέρεις τούμπα σε ηδονίζει όσο δεν πάει. Σε ανταμείβει με έναν τρόπο που δύσκολα συναντάς αλλού.

Δεν είναι το φιλικό χτύπημα στην πλάτη "ναι, τα κατάφερες". Είναι το "Όσο και να ήθελε ο πυρετός και η πνευμονία, όσο και να σε μισεί το καλοριφέρ του αυτοκινήτου ενώ ταξιδεύεις με ανοιχτά παράθυρα στους -1 βαθμούς, όσο και να προσπαθεί το σύμπαν το ίδιο να σου ρίξει τη διαγαλαξιακή υπερμούτζα, εσύ βγαίνεις ζωντανός -ταλαιπωρημένος μεν, αλλά ζωντανός- με ύφος Ναπολέων και σηκώνεις το κιλτ στο κάρμα σου δείχνοντας του τα αχαμνά σου.

Με διάθεση παιχνιδιάρικη πάντα γιατί -mind you- αν κάνεις πως πας κόντρα στην καρμική μούτζα επειδή και καλά τα κατάφερες και είσαι ανεξάρτητο, άπλυτο κομμουνιστάκι του πολυτεχνείου, θα φας σκαμπίλι που θα θυμάσαι για αιώνες.

Το λοιπόν, συμμετείχαμε στο 3ο Φεστιβάλ Κωμωδίας της Ξάνθης.

Αν ξεκινήσω να γράφω για τον εμπνευστή του, πιθανώς θα καταλήξω να αυνανίζομαι για πάρτη του στο μπάνιο. Έχουμε μια σχέση αλλιώτικη.

Μαλακίες λέω.

Τον γλείφω γιατί ξέρω ότι θα το διαβάσει και θέλω να κορδωθεί λίγο. Έχει και το αυχενικό που τον ταλαιπωρεί. Αλλά αν είναι να πω κάτι καλό γι'αυτόν, θα πω το εξής: Ήξερε που θα μας βάλει να μείνουμε. Ήξερε από την αρχή ότι ο καθυστερημένος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος που μας φιλοξένησε, αυτό το ταραγμένο δίποδο με βυζομαγνήτη στο κεφάλι, είναι το καταλληλότερο άτομο για να μας μάθει την Ξάνθη.

Και ο δεύτερος Χρήστος/Χρίστος/Χρείστος -γάμησε μας με τη μαλακία αυτή που έχει δώδεκα πιθανές ορθογραφίες το όνομα- δεν το έχει τζάμπα το όνομα του Τζίζας. Αυτός παίρνει συγχωροχάρτι λόγω καλοσύνης. Ποιος είπε ότι οι κοιλιακοί εμφανίζονται μόνο σε άτομα με χαμηλό IQ; Αυτά είναι μπούρδες που λέμε μεταξύ μας οι χοντρούληδες γιατί ζηλεύουμε τον Χροίστο. Τον συγκεκριμένο.

Ο Θοδωρής είναι σιγανοπαπαδιά. Σου χαμογελάει και λες "ένα λουκουμάκι, τι γλυκό παιδί"
Όχι. Όχι, αγαπητέ αναγνώστη. Είναι μεγάλη μουσίτσα. Και κρίμα σ'αυτόν και τον κουμπάρο του. Έχουν κάνει εκεί μέτωπο και ταλαιπωρούν τον Παναγιώτη. Ντροπή σας.

Φτάνει με τα inside. Αηδίασα. Πάμε στο mode τουριστικός οδηγός.

Υπέροχη η Ξάνθη όπως την έζησα. Πανέμορφη, ακομπλεξάριστη, δεκτική, καλοσυνάτη. Μπορεί να ήταν η πλευρά που έζησα εγώ, δεν ξέρω. Να χαρείτε, μη μου χαλάτε την εικόνα. Μη μου τους κύκλους τετραγωνίζετε και τα λοιπά. Αυτό που είσαι στην πολυκατοικία μέσα και μιλάς για καλοριφέρ και θερμοσίφωνο και σε δέκα λεπτά έχεις χωθεί στην παλιά πόλη με τα τέλεια σπίτια και τα διατηρητέα κτίρια και τα μαγαζάκια και νομίζεις ότι θα ξάφνου θα σκάσουν μύτη σπαθιά και τέρατα και θα πρέπει να το ρίξεις το 20πλευρ...καλά, δέχομαι ότι μόνο εγώ τα νομίζω αυτά. Αυτό τέλος πάντων εμένα με φτιάχνει.

Να παίρνει ιδιαίτερα μαθήματα φιλοξενίας η Θεσσαλονίκη παρακαλώ.

Μακάρι να είχαμε την ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά παραπάνω στην Αλεξανδρούπολη και στην Καβάλα. Αλλά και να είχαμε, αυτό το απαράδεκτο κείμενο θα ήταν για την Ξάνθη και μόνο.

Δε γράφω ευχαριστίες και μελιστάλαχτες μπαρούφες συχνά, αλλά εδώ θέλω να το κάνω. Γιατί δε σπαταλήσαμε ούτε λεπτό. (έρχεται η φιλοσοφία, κρατήσου) Κάθε λεπτό το επενδύσαμε σε όμορφα μέρη με όμορφους ανθρώπους. Και οι όμορφοι άνθρωποι όμορφα καίγοντ...όχι, αυτό είναι άκυρο.

Mακάρι να παρουσιαστεί η ευκαιρία να μπορώ να το κάνω κάθε χρόνο αυτό το πράγμα. Και σε πέντε χρόνια από τώρα, Νοέμβρη του 2018, να περάσω μια εβδομάδα στην Ξάνθη παρακολουθώντας το 8ο Φεστιβάλ Κωμωδίας στις διαστάσεις που του αξίζει να πάρει.

Και να είμαστε όλοι εκεί όπως ήμασταν, μαζί με τον μεγάλο φιλικό γίγαντα από την Αθήνα να γκρινιάζει για τη δομή του σύμπαντος, την ώρα που θα ρίχνει το πρώτο χιόνι του χρόνου, έξω απ΄τον "Ερμή" που θα τραγουδάμε παλιές επιτυχίες του Σάκη.

Ευχαριστούμε για όλα Παναγιώτη, Δημήτρη, Χρίστο, Θοδωρή, Χρείστο, Δημήτρη, Γιάννη, Μπούρου, Ιωάννα, Γρηγόρη, Βιργινία, Έλενα και η λίστα συνεχίζεται από εδώ μέχρι τα τρία επόμενα blog posts (όσο και αν αργήσουν)

Γιώργο. Και του χρόνου ρε!

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Σε καλό να μας μπεί

Ρε εκεί που καθόμανε και διάβαζα για τα ένζυμα και τα θαύματα τσι φύσης -αναφορικά με τα ένζυμα πάντα, μην ξεχνιόμαστε- μου δίνει μια στην γκλάβα η ιδέα με το ρόπαλο της απορίας και λέω αυτό θα ενδιαφέρει ολάκερο τον κόσμο. Πρέπει να το γράψω στο blog τώρα, για να μη χαθεί αυτή η σοφία από δω γύρω. Που λες, θυμήθηκα εκεί κάτι βιβλία και κάτι ταινίες να μιλάνε για δάση και τέτοια κι εκνευρίστηκα και αναρωτήθηκα και άνοιξα τη στοματάρα μου και είπα:

"Kαι ποιος ξέρει δηλαδή πως πραγματικά είναι ένα δάσος;"

Όχι, δηλαδή σκέψου το. Διαβάζεις εκεί τους ήρωες των φάνταΖει βιβλίων να περιπλανιούνται στα δάση, βλέπεις και κάνα ντοκιμαντέρ και λες "ωραίο ρε το δάσος".

Ωραίο είναι για πολλούς λόγους. Αλλά και σκατά είναι επίσης για πολλούς λόγους. Είναι καλό που δεν έχει πολιτικούς μέσα. Δε θα βρεις από δαύτους στο δάσος. Τους ενοχλούν τα κουνούπια, οι μύγες, οι αράχνες και γενικά η φύση.
Που αυτό είναι και ένα από τα κακά του δάσους. Έχει ζωή.
Πολύ ζωή.
Ενοχλητικά πάρα πολύ ζωή.
Έχει περισσότερη φασαρία και από σταθμό του μετρό στο κέντρο του Λονδίνου κατά το rush hour, τη στιγμή που συμβαίνει μια δολοφονία για ένα σάντουιτς.
Που αυτό δηλαδή με τη σειρά του δηλαδή είναι ένα απ΄τα καλά του δάσους:
Τείνουν να μην έχουν μετρό.

Από δολοφονίες και σεξ άλλο τίποτα. Το πρώτο βήμα μέσα στο δάσος είναι ένα φτηνό εισιτήριο για μια ατελείωτη τσόντα. Μικροί ράμπο της εξέλιξης σφάζονται και πηδιόσαντο ανελέητα, ασταμάτητα, ανεπαίσχυντα αλλά όχι ανεπαίσθητα και σίγουρα όχι ειρηνικά, πρόσχωμεν.

Δεν υπάρχουν "ήχοι της φύσης" ρε. Ζουζούνια είναι που προσπαθούν να πηδηχτούν αναμεταξύ τους. Ακούς εκεί "ήχοι της φύσης". Προσωπικά, όταν πάω στην παραλία και την ακούω να οργιάζει φράτσα - φρούτσα με τα κύματα, ίσα που μου 'ρχεται να κοτσάρω ένα ντεσιμπελόμετρο και να της κάνω μήνυση της άτιμης για παραβίαση -και παρά φύσει βιασμό μη σου πω- της ησυχίας μου.

Ακούς εκεί δάσος.
Φύση.
Τι μας πιάνει δηλαδή ώρες ώρες;
Πάμε κει στον Όλυμπο τα καλοκαίρια με έναν φίλο και τσαλαβουτάμε σε κάτι βουνίσιες κολυμπήθρες. Βυζάκια έξω λοιπόν και πλάτσα πλούτσα στα βουνά. Πόσο gay. Τέλος πάντων. Το νερό είναι κλασικά στους -35 βαθμούς.
Αλλά δε μας ενοχλεί.
Είμαστε στη φύση.
Με κάτι ενοχλητικά τέρατα με δεκαοχτώ πόδια να επιπλέουν στο νερό και να τριγυρίζουν γύρω σου. Κι όταν βγαίνεις έξω, από την παγομάρα έχει αναψοκοκκινήσει το δέρμα και μαζεύονται για φαγοπότι κάτι κωλόμυγες...Δεν έχω ξαναματαδεί τέτοιο πράμα. Πως είναι η κανονική μύγα; Με το πολύγονο μάτι και το συνωμοτικό τρίψιμο των ποδιών της; Ε, καμία σχέση. Αυτές είναι τρίγωνες και χοντρές και μπαμπάτσικες, τουλάχιστον ίσαμε τρεις φορές την απλή μύγα. Στέκονται απάνω σου σαν τις βδέλλες, βγάζουν εκεί την προβοσκίδα και δωσ'του ρούφηγμα.

Φύση.

Πήγαμε και για κάμπιγκ. Εξαίρετο. Μοναδικό. Συναρπαστική εμπειρία. Όταν το κάνεις σωστά.
Ή την αγαπάς τη φύση ή όχι. Μου 'φερε ο άλλος σκηνή με τζακούζι μέσα.
Να πας να γαμηθείς σκατόφλωρε.
Εμένα αδερφέ η αντρίλα μου περισσεύει από τα μπατζάκια και δεν έχω ούτε στρώμα μαζί μου, ούτε σλίπινιγκ μπαγκ.
Τίποτα ρε. Ο Χόναν ο Καύλαρος ο ίδιος ήμουν.
Κοιμήθηκα με ένα τζιν κι ένα ζακέτο από πάνω για να μην ψοφήσω από το πουτσόκρυο κι έχω πάνω από το μνήμα σύγγενείς και φίλους να λένε: "Καλά κι αυτό το παιδί,πάνω στα βουνά, ένα μπουφάν δε σκέφτηκε να πάρει;"
Γιατί φίλε ο διασυρμός είναι το χειρότερο πράμα μετά τα φασολάκια χωρίς πατάτες.

Το λοιπόν τόσο πολύ κρύωνα που σηκώθηκα 6 ώρα το πρωί. Πρέπει να είχε μείον δώδεκα τότε. Πήγα και περπάτησα λίγο στα βουνά. Λίγο. Κάνα δυωράκι. Να ζεσταθώ ρε, θα γινόμανε παγοκολόνα σκέτη. Όταν σηκώθηκα τα χέρια μου ήταν άσπρα από το κρύο. Τα χείλια μου μοβ. Και ο άλλος στο τζακούζι ακόμη πλατσούριζε. Άει στα διάλα μωρή.

Φύση. Διακοπές. Χειμώνας.

Ρε μας έχουν τρελάνει σου λέω. Άλλα θέλαμε παλιότερα, άλλα θέλουμε τώρα. Άλλα αντί άλλων. Και το εννοώ. Μια χώρα που δεν έχει λογική, δημιουργεί και πολίτες που δεν έχουν καμία λογική. Πως μου το 'πε ο άλλος τις προάλλες: Έτρεχε λέει εκεί στον περιφερειακό (με το αυτοκίνητο) και ξαφνικά βλέπει δυο κοτόπουλα να ξεπροβάλλουν από κάτι χαρτόκουτα, ένα στην αριστερή λωρίδα και ένα στη μεσαία. Και δωσ'του τα κοτόπουλα να τριγυρνάνε, δεν είχανε ιδέα πως έφτασαν εκεί.

Θα το εισηγηθώ εγώ στην ε(υ)φορεία παροιμιών και λοιπών καταστάσεων την ύλης, θα πάω και θα τους πω, δε θα λέμε μόνο το "σα τη μύγα μες στο γάλα", θα λέμε και το "σαν τα κοτόπουλα στην περιφερειακή".

Έτσι τριγυρνάμε κι εμείς και σκορπάμε μέρες και νύχτες πέρα δώθε λες και είναι ατελείωτες και μας περισσεύουν.

Τι λέγαμε;

Α, ναι. Καλό χειμώνα ρε.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Φάνταζυ. Ο,μι,φι,τζι!

Το λοιπόν, ξέθαψα (καταλάθος εννοείται) ένα κείμενο που είχα γράψει, όχι πριν πολύ καιρό και θυμήθηκα ότι έπρεπε να το είχα ανεβάσει. Απλά κλασικά έιχε μείνει μισοτελειωμένο.Το σουλούπωσα λίγο. Ο σκοπός μου ήταν ένα φάνταζυ κείμενο προσαρμοσμένο σε μια παλιά δήθεν ελληνική πραγματικότητα (που φυσικά πηγάζει από το σάπιο μου μυαλό). Αφιερωμένο στον Στέργιο και στους καμένους που θα γελάσουν. Οπότες, χηαρ γιου γκο, με ένα αμφίβολο τελείωμα, χωρίς ντροπές και κανένα απολύτως νόημα:

Για του λόγου το αληθές, εψές ήταν που σας λέω. Ήταν αυτή εκεί, κι εγώ πήγα να τηνε βρω. Εγώ στο σταυρό που σας κάνω δεν ήξερα για το κουσούρι. Από δω το ‘φερε, από κει το πήγε, ε βάλε κι εμένα που σχολειό δεν γνώρισα, δύσκολο ήντο; Μου είχε η πει η σουρτούκω η ανεψιά μου, μην το τραβάς άλλο το μαρτύριο, σύρε στην Τερψιχώρη.

Εγώ αλήθεια δεν ήθελα να πάω. Να μου βγεί τίποτα μεροκαματιάρα ερασιτέχνης; Κι έτσι της πρόσταξα της σουρτούκως της Μάρω,
“Φέρε μου αποδείξεις. Πείσε με ότι η Τερφιψώρα είναι μάγισσα και θα τηνε ασημώσω τα πρέποντα”
“Αύριο το μεσημέρι θέλω να έλθεις από κει. Θα τηνε μιλήσω εγώ.”
Κι έτσι κι έγινε. Κι έσυρα το μεσημεράκι που με είπε η Μάρω και παένου σπίτι της μάγισσας να την έβρω. Και πως τα φέρνει η ρουφιάνα η τύχη, έχει φκιάσει πίτα η πεθερά μου και με σταματάει στο δρόμο.

“Ζησάκη μου, εδώ έφκιασα χορτόπιτα με ζοχούς και έβαλα και λίγο πράσο. Να φας γαβρί μου να χορτάσεις στο χωράφι.”

“Δεν παένου στο χωράφι Δέσπω”, την αποκρίθηκα εγώ αλλά δεν την ένοιαξε. Στο μεταξύ η Μάρω περίμενε στης Τεφιψώρας. Έτσι το ‘λεγα εγώ το όνομα, δεν ήξερα τότε. Και με έπιασε την κουβέντα η πεθερά επειδής δεν τρώω όπως κάποτε.

“Δουλέυω Δέσπω, ψοφάω, που όρεξη για φαϊ;” την είπα αλλά άμα ξες έστω και λίγο από πεθερές καταλαβαίνεις. Με κοιτάει με ένα βλέμμα από κείνα που τα σκιάζεσαι κομματάκι και με πήρε εμένα η τρομάρα και ήθελα να της ξεστομίσω το μυστικό. Αλλά με πρόλαβε, άμα ξες έστω και λίγο από πεθερές καταλαβαίνεις.

“Να τρως για να αποδίδεις τα μέγιστα Ζησάκη”
Έτσι μου πρόσταξε και μετά φεύγοντας μου κοπανάει και τη σοφία,  “Κάτι ξέρουμε εμείς οι αρχαίοι”

Και μ αυτό μ'έκλεισε το μάτι και με παράτησε. Το χωράφι πάντως καλά τα πάει. Εγώ αποδίδω. Τι λέει η Δέσπω δεν ξέρω. Και κίνησα για τη Μάρω που περίμενε με τη μάγισσα έξω από το εκκλησάκι της Οσίας Ξένης, πέρα από την είσοδο του χωριού. Εκεί είχε φκιάσει το τσαντήρι της.

Εγώ που λέτε δεν ήξερα. Συνάντησα εκεί κοντά τη φρουρά. Στο δρόμο μου ήτανε.

“Ζήση, χίλια χρόνια θα ζήσεις” μου σφυράει ο Μιχαλάκης και τράβηξα κατά κει. Είχαν βγάλει τις πανοπλίες και της έφτυναν για να γυαλίσουν. Εγώ είχα χρόνια που σταμάτησα να γυρνοβολάω. Μετά από το τελευταίο που πέρασα με τον βασιλιά, εκείνο που θελε να με δώκει για κόρη εκείνη τη φακλάνα, δεν την ξαναπατάω. Έτσι έλεγα τότε μωρέ και το πίστευα. Ας μην τα πολυλογώ.

“Ωρέ, πολεμιστές κι ιππότες θωρούν τα μάτια μου;” τους πέταξα.
“Ζήση, την κουβέντα σου έχουμε.”
“Γιατί ωρέ, θέτε τον παλιό να σας μάθει την τέχνη στο σπαθί;” τους είπα και γελάσαμε.
Ωραίο το παρεάκι, γουστόζικο. Ο Λιάκος καθόταν παραπέρα και διάβαζε, κάτω από ένα πλατάνι.
“Τήρα τον,” είπα στο Μιχαλάκη. “Αυτός τα μελετάει τα ξόρκια, δεν είναι σαν τον δικό μου, τον περίεργο. Λες και τα κουβαλάει στην πλάτη το ντουγάνι.”
“Α, ρε Ζήση. Σπάθα σαν και τη δική σου δεν έχει είναι αλήθεια. Βλογάνε το παλιό σου μέταλλο όλοι”, μου είπε και όλοι κούνησαν τις κεφάλες τους.
“Αλλά μάγο σαν το Λιάκο δεν εβρήκα σε όλα τα βασίλεια, η αλήθεια να λέγεται.”
Και τότε όλοι συμφωνήσαμε και σερβίρανε ένα κέρας με κρασί για την υγειά. Κι έδωσα κι εγώ τη χορτόπιτα στα παιδιά. Μου είπανε μετά είχανε κάτι τελώνια να διώξουν από τα χωράφια. “Να εύχεστε να μην ξεφυτρώσουν τρολς” και ξανατσουγγρίσαμε.
“Και δε μας λες ωρέ Ζησάκη, τι τράβαγε η γυναίκα σου κατά τη μάγισσα;”
“Η γυναίκα μου;” τονε ρώτηξα.
“Ναι, ωρέ. Κατέβηκαν από πάνω με δυο στάμνες μαζί με την Μάρω και έκοψαν πέρα κατά της μάγισσας.”
Ο Λιάκος σηκώθηκε από το δέντρο και ήρθε να με βρει. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε. Χαζός ντιπ και ανυποψίαστος.

“Το χωριό έχει και αυτιά και μάτια και λόγος δεν του πέφτει. Αλλά ο λόγος για να κυλήσει και να δώσει ιστορίες δε θέλει λόγο ιδιαίτερο.

Τα ξες αυτά Ζήση μου από πρώτο χέρι. Όλοι οι θρύλοι έχουν να λένε για την αρχοντιά σου και την τέχνη σου στ'ακονισμένο μέταλλο.”

“Λιάκο, κόφτο κανάκεμα και ρίξτο μου στα ίσα”, του αποκρίθηκα. Μου 'χε σηκωθέι η τρίχα με τις αηδίες τους.

Εκείνος κόμπιασε κομματάκι. Έριξε ένα βλέμμα πίσω στον Μιχαλάκη και μα τους θεούς, τα ήπατα μου κόπηκαν.

“Κακά μαντάτα έχετε ωρέ. Αντέχω να τ'ακούσω. Όσο καθυστερείτε όμως, τόσο θέλω να σας σβουρλίσω τα κεφάλια καταεί.”

Σαν την άκουσαν την απειλή, πήραν βαθιά ανάσα και μίλησαν.

“Η γυναίκα σου σαν πολλά έχει να λέει με τη μάγισσα,” είπε ο ένας. Ο άλλος έφτυσε στο πάτωμα σαν άκουσε τη λέξη. Ο Λιάκος έβαλε το χέρι του στον ώμο μου.

“Ζήση, εδώ ξέρεις οι μάγοι γνωριζόμαστε. Κι αυτή εκεί είναι τσαρλατάνος. Έτσι λέει το χωριό. Αλλά για τσαρλατάνος πολύ κίνηση έχει. Και πολλά παιδιά φαίνεται να σπέρνουν οι άντρες τελευταία. Δεν ξέρω τι σερνικοβότανο πουλάει αλλά αν η δικιά σου ψωνίζει από κείνη, πολύ φοβούμαι μη σε τυλίξει.”

Ήξερα γιατί μιλούσαν έτσι. Από τη μια ήθελα να τους σπάσω τις κεφάλες που χώνονται στα της οικογενείας. Απ'την άλλη όμως, με πρόσεχαν. Ήξεραν για την κατάρα. Μέσα μου ένοιωσα εκείνον τον θυμό που πάλευα να αφήσω πίσω χρόνια τώρα. Τα χρόνια που περνάνε και αφήνουν πίσω πτώματα σα σακιά από αλεύρι. Τόσο εύκολα μου βγήκαν οι λέξεις από το βρωμόστομά μου, που σκιάχτηκα.

“Θα τηνε σφάξω μωρέ. Να τελειώνουμε.”

“Τη γυναίκα σου ρε Ζήση;”

“Όχι, ωρε ντουγάνι. Τη μάγισσα. Να πάρει πόδι δύσκολο.”

“Δεν την ξέρω τι λογιά είναι. Αν παίρνει από λόγια θα φύγει.”

“Άμα δεν παίρνει θα τηνε σφάξω να τελειώνουμε. Δώστε μου μια σπάθα τώρα να κινήσω κατά κει. Κι άμα πετύχω τη γυναίκα μου στο δρόμο, ας φυλάξουν οι θεοί να βγω σωος.”

Κι έτσι είπα. Γιατί φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη. Αλλά θεριό σαν την αγάπη μου δεν έχει. Κι άμα την πιάσει το κρεβατομούρμουρο, καλύτερα νεκρός, παρά στον ίδιο χώρο με δαύτηνα.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Διλήμματα

Πάμε λίγο δυνατά με γερή δήλωση:

Αν η ημέρα δεν ξεκινάει με ένα δίλημμα δεν είναι καλή μέρα.

Να τσιγαρίσω τις μπάμιες προτού για να μη μου γίνουν ωσάν γυμνοσάλιαγκες μετά από βομβαρδισμό άπαξ και σκουντήξω το χερούλι της κατσαρόλας στο δρόμο για τον νεροχύτη (γιατί είμαι και ο πιο άμπαλος) ή θα γίνουν βαριές και θα αρχίσει η γκρίνια;

Το χτεσινοβραδινό δίλημμα αφορούσε το κρεμμύδι. Να βάλω; Να μη βάλω; Κι αν βάλω, πόσα να βάλω; Είμαστε και μαλακισμένα τα Ελληνόπουλα με το κρεμμύδι. Άμα δεν έχει εξήμισι τόνους προωθητικό αερίων το φαγητό μας, το βαφτίζουμε άνοστο και δώσ'του παντόφλα στο ελαιόλαδο με την τομάτα θερμοκηπίου και το κρομμύδι να ρέει άφθονο. Η αλήθεια βρίσκεται στους sexpistols και η παρηγοριά στη χωριάτικη.

Ο άλλος, ο συνταγούλης μου γράφει τρία μεγάλα κρεμμύδια. Να τα φας εσύ μαλάκα, τρία κρεμμύδια σαν καρύδες, τσιγαρισμένα στο λάδι σε 400 γραμμάρια μπάμιες. Εγώ συσκευασία κιλού έχω. Τι θες, να τραγουδάω μαζί με τον Κότσιρα "Θα βάλω εφτά κρεμμύδια" ενώσω θα αιωρούμαι σε στάση γιν-εν-γιανκ; Γιατί άμα βάλω εφτά μεγάλα κρεμμύδια για να φκιάσω ένα κιλό μπάμιες μετά θα με ψάχνετε. Aναλαμβάνω εγώ το επόμενο ταξίδι στον Άρη.

Και ήθελα να 'ξερα, εσείς δεν πέρδεστε ρε πρωτοκρεμμυδοπαλήκαρα; Ή δε σας νοιάζει; Μήπως η δική σας βγάζει πιο ωραίο ήχο από αυτές που ξέρω; Μήπως στο σπίτι συντονίζεστε σε μια σι ύφεση μείζονα και χρονομετράτε την πορδή ώστε να ακούγεται αρμονικά ο ήχος; Και στην τελική ποια έιναι η φάση σας. Κάνουν καλό στην καρδιά τα σκορδοκρέμμυδα. Ναι, αλλά καταστρέφουν κάθε ίχνος ζωής σε ακτίνα τριών μέτρων γύρω σου κάθε φορά που εκπνέεις και οποιαδήποτε υπόνοια κοινωνικής ζωής.

Μαλάκα τι λέω. Κλάιν, έχουμε facebook. Σόρρυ μάγκες, γράψτε λάθος.

Το λοιπόν, έρχεται η και η δεύτερη δήλωσις.

Στο δίλημμα όποια επιλογή και να ακολουθήσεις -να 'ναι καλά ο Μέρφυ- θα' ναι αρκετά έως μπόλικα τοις εκατό η λάθος. Η χειρότερη δυνατή. Όσες αναλύσεις και να κάνεις...βασικά...και χρονομηχανή να έχεις, να γυρίσεις πίσω να πάρεις και τον άλλον δρόμο, θα καταλήξεις γρήγορα στο συμπέρασμα: Και οι δύο επιλογές είναι λάθος. Κι αν πας να το παίξεις Κθούλου, Δίας, Αλλάχ και τα συναφή και πας να βρεις τρόπο να παρακάμψεις το δίλημμα, τελείωσε. Μαύρη γάτα που σ'έφαγε. Κι αυτό γιατί θα συνωμοτήσει ο Σίμπας και θα στα γυρίσει τούμπα (και κάτω και άνω) για να εξυπηρετηθεί ο γέλωτας του Big Brother.

Εγώ ας πούμε επέλεξα να την τσιγαρίσω την καριόλα τη μπάμια κι αυτή μετά πήγε και φούντωσε, μαύρισε, κακάλιασε, μας γέμισε καπνούς και κατέστρεψε μισή κατσαρόλα φαΐ. Δε μου φούντωσε όμως στο τσιγάρισμα, όχι. Εκεί η άτιμη μου έδειξε ότι όλα βαίνουν καλώς. Ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να ανησυχώ. Αλλά μόλις έκανα λίγο πιο πέρα για τέσσερα-πέντε δευτερόλεπτα, λίγο έτσι να ξύσω το πίσω μέρος του κεφαλιού μου αντάμα με ένα χασμουρητό, δωσ'του αυτή μια μεταμόρφωση σε στραβή γκόμενα.

"Δε μου δίνεις σημασία μπασταρδάκι, τώρα θα δεις εσύ."

Και φλουτς, φραστ, προυφ, -insert random ηχητικό εφέ-, ατμούς, πυροτεχνήματα, άγχος, το τσίρκο έρχεται πάλι στην πόλη κι όλα αυτά για να σου δηλώσει περιχαρής:

"ΚΑΗΚΑ."

Ή μάλλον πιο σωστά, όταν είσαι το άτομο στο οποίο βασίζεται μια οικογένεια για να φάει το μεσημέρι:

"Την πούτσισες μεγάλε."

Κι άμα γύρναγα πίσω το χρόνο και δεν την τσιγάριζα; Θα άλλαζαν όλα αυτά; Γιατί ρε μπάμια; Γιατί; Δε σε φρόντισα; Δε σε πρόσεξα εγώ, να μη διαλυθείς, να μη γεμίσεις μυξούλες και τρέχουμε; Δε σε σεβάστηκα, δε σου 'δωσα πνοή, να σε μεταμορφώσω σε ένα φαγητό της προκοπής από αυτή την αηδία που είσαι όταν φυτρώνεις;

Αλλά θα μου πεις, όταν κάτι τίγκα στη μύξα με γεύση σάπιο δέντρο που θέλει τέσσερα κιλά κοτόπουλο ή έξι τόνους λεμόνι για να το φας, καταφέρνει κι έχει κατανάλωση, έχει επιμονή, υπομονή και σχέδιο.

Το λοιπόν, μια εβδομάδα αφότου γράφτηκε τούτο το κομψοτέχνημα, αλλά δε δημοσιεύθηκε (σοφά εποίησεν το grand plan του σύμπαντος) γύρισα σπίτι για να δω μια ωραιότατη γάστρα με μπάμιες και κοτόπουλο.

Κι όχι μόνο τις έφαγα, αλλά τους χαμογέλασα και σαν μαλάκας λίγο πριν μου τις σερβίρω.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Κακή λογοτεχνία λέμε

Την περασμένη εβδομάδα πήγαινα προς το θέατρο, εκείνο το χωμένο νεοκλασικό σε ένα από τα στενά της Θεσσαλονίκης στο οποίο συχνάζω. Το λοιπόν, για κάποιον λόγο είχα αυτοκίνητο και φυσικά έψαχνα ένα σημείο που θα θύμιζε έστω και στο ελάχιστο μια συνηθισμένη θέση στάθμευσης για να το απαρατήσω με τέχνη και μαεστρία.
-Τα κλασικά, όπισθεν, σαράντα δυο σβούρες το τιμόνι, άλλες τριάντα αλλαγές ταχυτήτων και κάπου εκεί το παρατάς γιατί σ' έπιασε εκείνη η τενοντίτιδα που σε πιάνει μόνο όταν πρέπει να παρκάρεις-

Όπως έμπαινα σ' ένα στενοσόκακο της κακιάς ώρας είδα αριστερά δυο κλαράκια που έμοιαζαν με πόδια να οδεύουν άτσαλα προς μια πλαστική καρέκλα αφημένη στο πεζοδρόμιο των πενήντα εκατοστών. Δεν ξέρω αν πρέπει να περιγράψω το αρρωστημένα αδύνατο πλάσμα παραπάνω, πέρα από το γεγονός ότι ήταν κοπελίτσα και είχε και ένα σμάρτφον ανά χείρας. Πρέπει και να γύρισε να κοιτάξει αδιάφορα προς το μέρος μου, ξες αυτό το ερευνητικό βλέμμα που ρίχνεις και στο χαρτομάντηλο μετά το φύσημα της μύτης για κάτι κλάσματα δευτερολέπτου πριν το πετάξεις στα σκουπίδια. Μετά κάθισε στην πλαστική καρέκλα -σταυροπόδι-, ζούληξε τον σκελετό της σε οξεία γωνία με τα πόδια και επιδόθηκε στη μελέτη του σμάρτφον. Στιγμές ζωής.

Εγώ πήγα στο θέατρο εν τέλει. Το που πάρκαρα δεν το θυμάμαι. Ούτε και το πως εδώ που τα λέμε. Πάντως το αυτοκίνητο χαίρει άκρας υγείας. Βρήκα και τους συνάδελφους-συμφοιτητές-ηθοποιούς-μη-χέσω- και αρχινίσαμε την παράσταση όταν έσκασε μύτη το σχολικό και ξεφόρτωσε το κοινό μας.

Μια γάτα ανακάλυψε ένα αυγό, μια πετρελαιοκηλίδα μόλυνε τον θερμαϊκό αλλά το λιμενικό ανέλαβε δράση, ένας γλάρος γεννήθηκε, ένας ξερόλας του έμαθε να πετάει, τα παιδιά ζητοκραύγασαν, ανθρώπινες και μη ζωές ξετυλίχθηκαν σε μια ώρα και δεκαπέντε λεπτά. Γεννήθηκαν και πέθαναν στη σκηνή. Έξω πέρασε μόνο μια ώρα και δεκαπέντε λεπτά. Μέσα μπήκε σε λειτουργία στο πλυντήριο της σχετικότητας.

Αργότερα ξεκίνησε μια πρόβα. Ένα ζευγάρι γεννήθηκε, ερωτεύτηκε, αγάπησε, πρόδωσε, σκότωσε, χόρεψε και πέθανε. Σε είκοσι λεπτά. Δυο ηθοποιοί, τέσσερις ζωές.

Λίγο πιο μετά, ο Τομ σιχάθηκε τους παπουτσήδες και τον συνεταιρισμό τους, σιχάθηκε την Αμάντα, σιχάθηκε την ίδια του τη ζωή. Ο Τζιμ φίλησε τη Λώρα κάνοντας τη ζωή της ακόμη πιο σκατένια. Αλλά για λίγο η γυάλινη σφαίρα της ξεθόλωσε. Για πολύ λίγο. Ο Τομ το 'σκασε από τα βάσανα, ο Τζιμ από το σπίτι των Ουίγκφιλντ, η Αμάντα έμεινε μόνη με την κόρη της και οι υπόλοιποι νιώσαμε μια πείνα στο στομάχι. Τόσες ώρες πέρασαν. Δεκαπέντε ηθοποιοί, τέσσερις ζωές και μια γαμημένη πείνα.

Το βράδυ, στο δρόμο για το αυτοκίνητο πέρασα πάλι από το στενό. Στην πλαστική καρέκλα ήταν ακόμη σφηνωμένη εκείνη η κοπελίτσα. Το φως από την οθόνη του σμάρτφον θα πρέπε να την είχε τυφλώσει -τουλάχιστον εμένα θα με είχε ξεκάνει- αλλά αυτή εκεί. Επιμονή. Ένας άνθρωπος και μια συσκευή. Και κάπου αλλού, άλλο ένα τέτοιο περίεργο ζεύγος. Δύο ζωές.

Τι θέλω να πω με αυτή τη μπούρδα; Βασικά, τίποτα. Σχετικιστικές σκέψεις. Κακή λογοτεχνία. Με πειράζει η φυσικοχημεία. Όπως θες παρ'το. Έχει πολύ πλάκα τελικά. Ένα κτήριο να γεννάει και να σκοτώνει σε πέντε ώρες όσες ζωές μπορεί να απαριθμήσει κανείς, μόνο και μόνο επειδή φέρει τον τίτλο "θέατρο".

Αλλά τελικά όταν γυρίσεις το κεφάλι για να δεις τι γίνεται έξω, είναι φορές που πέντε ώρες δε φτάνουν ούτε για να φέρουν εις πέρας ένα ερωτικό καυγαδάκι.

Ο μόνος επίλογος που δύναμαι να σκεφτώ;

"Χα. Καλό."

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Ντροπή σας

Μόνο ρητορικές ερωτήσεις σήμερα. 

Πόσο ζυγίζει ρε μια ζωή;

Πόσο κοστίζει;

Θυμάμαι κάποιος μου 'πε κάποτε ότι η σκανδάλη ενός συγκεκριμένου μοντέλου όπλου (δε θυμάμαι μοντέλα και τέτοια) θέλει περίπου 5 κιλά δύναμης για να πατηθεί. Μερικοί είναι όντως πολύ δυνατοί. Το βάρος μιας σφαίρας 9mm είναι περίπου 110gr. Θέλετε να το πάμε με ορμή; Δεν έχει νόημα.

Μια παλάμη ζυγίζει περίπου μισό κιλό.

Ένας λοστός ίσως είναι κανα δίκιλο.

Ένα μαδέρι απ'αυτά που βλέπεις στις πορείες, άλλο μισό κιλό.

Κι ένα καλοζυγισμένο χτύπημα; Πόσο να πηγαίνει;  Ένα εκπαιδευμένο χέρι, πόσο εύκολα σκοτώνει;

Είναι 21 γραμμάρια αυτό που εγκαταλείπει τούτον τον πλανήτη και ξεψυχάει στα πεζοδρόμια;

Τι σκατά, μια πράξη βίας είναι. Ψιλοπράματα. Κοίτα να δεις όμως που το αποτέλεσμα είναι απόλυτο, μη αναστρέψιμο. 

Δε θα 'πρεπε ρε να ναι τόσο εύκολο να σκοτώσεις. Να δείρεις. Να ασκήσεις βία. Θα 'πρεπε να ζυγίζει κάτι. Κάτι παραπάνω. Στη συνείδηση, σ' αυτόν τον καθυστερημένο τόπο και χρόνο, στο σύμπαν, δεν ξέρω που. Αλλά θα 'πρεπε.

Και κοίτα να δεις ρε, δεν έχω διαβάσει πουθενά επιστημονικό άρθρο που να λέει ότι οι μαύροι είναι πιο ανθεκτικοί στις σφαίρες ή στις αλυσίδες από τους κίτρινους. 110 γραμμάρια αρκούν για όλους. Πέντε κιλά κενής σκέψης, αρκούν και για τους ομοφυλόφιλους και για τους πολιτικούς και για τους φασίστες και για τους στρατιώτες και για τα πάντα. 

Είναι και ασύμφορο. 110 γραμμάρια για 21; 

Δε θα 'πρεπε. 

Ντροπή σας.

Και ντροπή μας που σας ανεχόμαστε. 

Αλλά μάλλον εμείς δεν είμαστε οι δυνατοί.
 
Μάλλον εμείς είμαστε οι φλώροι.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Αντί ευχών

Έχω φάει. Λέω να ανοίξω και μια μπύρα για το καλό. Γιατί το διάβασμα πρέπει να αργήσει λίγο ακόμη.

Ατελείωτες ερωτήσεις βασανίζουν το μυαλό μας καθημερινά. Ας πούμε, όταν ανοίγεις τη μπύρα με το πηρούνι είναι απαραίτητο να λερωθείς; Αν λερωθείς θα κοπείς αφού χαλάσει το πηρούνι ή δεν παίζει ρόλο;
Όταν πλένεις πιάτα με το Fairy, γιατί σταματάει να δουλεύει στα 5 πιάτα ενώ στο Bιλαπάχο πήγαινε γαμιόντας; Στη Βιλαρίπα τρίβουν ακόμη ή τους πήγαν κανα μπουκάλι Φέρυ μετά το γύρισμα;
Αν οι δεινόσαυροι υπήρχαν ακόμη, θα είχε γυριστεί το Jurassic Park;

Τώρα που ξέρουμε για το Higgs, τα προηγούμενα sci-fi έργα (βιβλία, ταινίες, κλπ) είναι ανώριμα και πρέπει να τα κάψουμε;

Αν δεν υπήρχε η θρησκεία που θα ήμασταν τώρα;

Να πω την αλήθεια, δεν ξέρω. Δε μου αρέσει αυτή η μόδα τελευταία που όλοι βγαίνουν και δηλώνουν "atheists" και proud κιόλας, γιατί αν δεν το κάνεις το γαμημένο το Like δε θα είσαι τόσο cuule και een όσο οι  υπόλοιποι. Περισσότερο γιατί το να δηλώνεις ότι ο θεός τέλος πάντων δεν είναι κάπου κοντά όσο και να τον ψάχνουμε δε σε κάνει τρούλη άθεο. Και βασικά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν γίνεσαι ξαφνικά κανα σπουδαίο φιλοσοφημένο ατόπημα της φύσης παγιδευμένο σε μια ανιαρή και θλιβερή πραγματικότητα με το να δηλώνεις "άθεος". Δεν είναι κοινωνική αναβάθμιση σε Humanoid v.2.01 όπως και να το κάνουμε. (Στο v.2.00 πήγαμε με στα Ζμαρτφονς)

Κανείς δε μπορεί να κατηγορήσει την ανάγκη για πίστη. Όλοι πιστεύουμε σε κάτι. Έστω κι αν αυτό είναι η μαθηματική πιθανότητα του να μαζέψεις αέρια αν φας φασολάδα. Το belief system είναι ωραίο. Το θέλουμε. Στην τελική αν δεν πιστεύεις ότι άυριο θα ξημερώσει και το POV σου δε θα χαθεί απο το σύμπαν, έχεις μανιοκατάθλιψη και θα φουντάρεις από κανα οικοδόμημα σε ανύποπτο χρόνο. Όλοι πιστεύουμε.

Τώρα το αν πιστεύεις στην καινούρια ταινία του Παπακαλιάτη ή σε έναν αόρατο μουσάτο με ένα περιστέρι κι έναν άλλο μουσάτο δίπλα να κανουν "αοοουυυμ" σε Σι Ύφεση ή σε έναν ευτραφή χρυσό κύριο ή στον ίδιο τον Κθούλου (ω ναι, η τρέλα πάει και στα βουνά και στα λαγκάδια και παντού) αυτό είναι άλλο θέμα. Δε μπορείς να κατηγορείς την ανάγκη του ανθρώπινου είδους για οργανωμένη πίστη. Είναι ζωώδες δε λέω. Και λίγο κακό. Αλλά εδώ το Gangnam Style έπιασε 1 δις (πρόσεξε, το ψηφίο "1" και 9 μηδενικά από πίσω) βιούζ στο ΕσύΣωλήν, η υπόσχεση για αιώνια ζωή μετά θάνατον δε θα βρει followers;

Κι από τη στιγμή που ο μέσος 30άρης Έλληνας δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του για το πόσο ταλεντάρες και ήρωες του πενταγράμου είναι ο Παντελίδης και η Πάολα γιατί θα πρεπε δηλαδή ο Ισλαμιστής από την πάλαι ποτέ ζάπλουτη Περσία να σ' αφήσει να του πας κόντρα στις 72 παρθένες; (με αυτόματη παρθενοραφή)

Θέλω να πω, αν πρέπει ο "αθεϊστής" να κάνει κάτι είναι να σκάσει. Να σταματήσει να μιλάει. Να στρώσει ποπουδάκο κάτω και να μελετήσει σοβαρά την πορεία των επιστημών, των επεκτατικών πολέμων, της ανθρωπότητας ωσάν σύνολο μωρ' αδερφέ και να δει ότι χωρίς τη θρησκεία δε θα πηγαίναμε πουθενά. Για πολλούς και διάφορους λόγους. Βέβαια θα 'μασταν σίγουρα περισσότεροι (μιλάμε για ΠΟΛΥ αίμα). Για το πιο έξυπνοι δεν ξέρω.

Το να διαδόσεις έναν πιο ελεύθερο τρόπο σκέψης είναι περίεργο, επικίνδυνο και αφοριστικό επίσης. Δε μπορεί να δημιουργήσουμε μια θρησκεία από το πουθενά: "Τη θρησκεία των αθεϊστών". Αν κάτι οφείλει να συμβεί μέσω του atheism και της λοιπής αηδίας που έχει γίνει μόδα, είναι να καταστεί κατανοητό το γεγονός ότι η άρνηση της ύπαρξης ενός ανώτερου όντους με τη μορφή θεότητας είναι απόρροια της ψυχοσύνθεσης/παιδείας/αγωγής/μόρφωσης/ιδιοσυγκρασίας ενός ατόμου.

Είναι έργο ατομικό και όχι συλλογικό, εσωτερικό και όχι καγχαστικό και πομπώδες και σε καμία περίπτωση δεν επιδέχεται προσυλιτισμό. Οι αηδίες που κοροϊδεύουμε δηλαδή.

Δε μπορώ και δε θέλω να κάτσω να παραθέσω επιχειρήματα σχετικά με τη χρησιμότητα της θρησκείας σήμερα. Είναι μάλλον μηδέν. Έχουμε φτάσει στο σημείο που αποτελεί πλέον τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Ίσως θα ήταν καλύτερα να εξαφανιστούν οι θρησκείες από τον πλανήτη Γη. Αλλα αυτό όχι τόσο για να έρθει ο Διαφωτισμός 2, αλλά περισσότερο για να σταματήσουν μεγάλες μερίδες του ανθρώπινου πληθυσμού και άπειρα διακρατικά συμφέροντα να κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους.

Πίστευε και μη ερεύνα και τα σημεία στίξης τα αφήνω στη δική σας κρίση.

Α, και καλή χρονιά ρε.