Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Who watches the watchmen?

Έχω καιρό που θέλω να γράψω. Για διάφορα. Για όλα. Για τίποτα. Έχω καιρό που θέλω να μιζεριάσω και να κρυφτώ στην αθλιότητα και την ασφάλεια της χρωματιστής οθόνης. Ένα πράγμα ζωντανό μα συνάμα εξαιρετικός άψυχο. Όταν κοιτάς την οθόνη, αυτή σε κοιτάει πίσω. Και είναι τρομακτικό. Έχω καιρό που αισθάνομαι πως αν γράψω κάτι τώρα, θα είναι βαρύ, καταπιεσμένο, γεμάτο μίσος, σαθρό, με ρίζες σάπιες και χιούμορ άθλιο, άρρωστο και σαφρακιασμένο. Αισθάνομαι για άλλη μια φορά ετοιμος να πατήσω στις συγγραφικές καρικατουρικές νόρμες και να λάμψω δια του "αναμφισβήτητου ταλέντου" μου ή η κρυφή μου επιθυμία είναι απλά να αφήσω το λόγο να με παρασύρει και να βγάλω στη φόρα ένα από εκείνα τα σουρεάλ, εφηβικά κείμενα που όλοι μας γράψαμε μια φορά και έναν καιρό αλλά να αφήσω πλεόν την όψιμη, στρογγυλεμένη ματιά να εισρεύσει. Να μην ακούω κανέναν και τίποτα. Απλά να γράφω.

Έχω καιρό που θέλω να γράψω για το φαινόμενο εκείνο που μαστίζει τον εγκέφαλό μας κάθε εθνική επέτειο και γιορτή. Στολισμένα μπαλκονάκια με το λάβαρο να κρέμεται περήφανο (κρέμεται και περήφανο, αντίθεση που επιτιδευμένα δίνει ο συγγραφέας, εικόνα περίεργη αλλά ευφάνταστη και αληθινή) Γιατί το λάβαρο κρέμεται, νεκρό και αέρινο, στέκει να κοιτάζει πληγωμένο την τραγική κατάληξη αυτής της περήφανα αιματοβαμμένης χώρας να το ατενίζει μακρινά. Γιατί το όνειρο χάθηκε και δε γυρίζει πίσω. Γιατί η Ελλάδα πέθανε, μια κηδεία με πομπή που θα ακολουθήσουν, άλλοι με δάκρυα και άλλοι με χαιρέκακο μίσος, τρίβωντας τα χέρια τους με Dettol, νίπτωντας κάθε προπατορικό και μη αμάρτημα στο οποίο έλαβαν μέρος. Κι αφου η πατριδολατρεία πλέχτηκε σε χρυσή αφηγηματική καδένα και ένα δάκρυ κύλησε στα μάγουλα όλων σας, ας σαλπίσει ο επικήδειος.

Διότι, ντρέπομαι για λογαριασμό μας. Και θα ντρέπονταν και όσοι σφάχτηκαν και σουβλίστικαν και κάηκαν και έγιναν σαπούνια και τόλμησαν να πιστέψουν ότι η πραγματική τους κληρονομιά, δηλαδή η ανάγκη για μάχη σώμα με σώμα που ταλανίζει τον τεμπελχανά 'Ελληνα από αρχαιοτάτων. Θα μας ξυπνάει από τον εκάστοτε λήθαργο. Ντρέπομαι πραγματικά, όχι που είμαι Έλλην, Σελλός, τρελός και τα συναφή αλλά που μοιράζομαι πολιτική ευθύνη με τα καθάρματα.

Να πέσουμε ρε, αλλά να πέσουμε μαζί. Όλοι μαζί δε τα φάγαμε; Στο βωμό του κέρδους, ο κάθε δύσκαμπτος και στυγνός κερδοσκόπος θυσίαζε το μέλλον των νέων γεννεών επί χρόνια και καθαρή συνειδήσει. Στο βωμό του πολιτικού κέρδος, στον κυκεώνα των ανατροπών και τον οικονομικών συμμαχιών, τα πολιτικά πρόσωπα έσφαζαν και κατακρεουργούσαν απρόσωπα και απρόσκωπτα κάθε ελπίδα και ευκαιρία στο διάβα τους. Και εδώ τελειώνω για να πάω να φάω.
Με την οικογένεια μου.

Για όσο ακόμη μπορούμε να πληρώνουμε για το φαί που τρώμε.

Μπάσταρδοι.