Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

"..."

"Το χρειάζομαι γαμώ το δεν καταλαβαίνεις ;"

"Δε με ενδιαφέρει. Δεν κάνω ψυχικά κοπελιά. 40 ακατέβατα και έφυγες" είπε ο όμορφος νεαρός.

"Δεν έχω πάνω μου τόσα αλλιώς θα σου τα έδινα... Δώσε μου λιγότερο... Δε ζητάω ψυχικό...

Δε μπορώ χωρίς αυτό..." ψέλλισε δειλά η ξανθιά αδύνατη κοπέλα και τα μάτια της βούρκωσαν

Δεν ήταν από την κατάντια στην οποία είχε πέσει. Δεν ήταν από το ρουφηγμένο της πρόσωπο που αντίκρυσε το πρωί στον καθρέφτη. Ήταν από τον πόνο και την ένταση. Έπρεπε να πάρει μια δόση ακόμη. Έπρεπε να ακουμπήσει την πλάτη στον τοίχο  στο πιο σκοτεινό σοκάκι της πόλης και με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού που μόλις έχει αποκτήσει το αγαπημένο του παιχνίδι να ψάξει δειλά δειλά να βρεί μια γερή φλέβα για να περάσει τη σωτήρια ουσία στο αίμα της.

Και μετά να ταξιδέψει ατελείωτα από το σήμερα στο άυριο, από το χθες στο πέρσι που ήταν όμορφη και γερή, να αναπολήσει, να καταραστεί, να γελάσει και να σηκωθεί να πάει στο μπουρδέλο που αποκαλεί "σπίτι" παρέα με τους υπόλοιπους.

Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δε θα πάρει τη δόση της γιατί δεν έχει αρκετά λεφτά επάνω της. Δε θα ταξιδέψει. Δε θα αναπολήσει. Θα πονάει ατελείωτα μέχρι να την προδώσει η καρδιά της ή ακόμη ακόμη μέχρι να αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στον πόνο και τη θλίψη και να φουντάρει από κάπου ψηλά.

Ίσως καταφέρει να πετάξει τότε! Και θα είναι πραγματικά ελεύθερη. Από τον πόνο; Από το μυαλό της. Δεν ξέρει. Μπερδεύεται. Δεν έχει καταλάβει ότι κρατάει τον όμορφο νεαρό από το παντελόνι και σέρνεται στη βρεγμένη άσφαλτο. Δεν έχει καταλάβει ότι τον παρακαλάει να τη λυπηθέι και να της δώσει αυτό που τόσο πολύ ψάχνει. 

"Κοπελία είσαι καμένο χαρτί. Πρώτη φορά μου τυχαίνει κάτι τέτοιο." είπε αυστηρά ο νεαρός ανάβοντας ένα τσιγάρο. 

"Καπνίζεις;" τη ρώτησε συμπονετικά.

"Όχι, κάνει κακό" απάντησε εκείνη σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυά της με το χέρι της.

Ο όμορφος νεαρός χαμογέλασε και της έδωσε μια σύριγγα με αυτό που ήθελε η κοπέλα. 

"Πάρτο και φύγε" της είπε. "Δε θέλω τίποτα."

Εκείνη ψέλλισε ένα ευχαριστώ μέσα από τα δόντια της και έψαξε για το σκοτεινότερο σοκάκι της πόλης.

***

"Μάκη έλα γρήγορα!" ακούστηκε μια φωνή μέσα στη φασαρία της πρωινής κίνησης.

"Τι έγινε ;" ήρθε η απόκριση από λίγο πιο μακριά

"Άλλη μια..." απάντησε λυπημένα η πρώτη φωνή και συνέχισε "Κάλεσε το κέντρο εγώ θα δω αν έχει ταυτότητα πάνω της"

Ο θόρυβος από τα παπούτσια στο λερωμένο πεζοδρόμιο χάθηκε μέσα στις κόρνες και το θόρυβο από την κίνηση της πόλης. Αεικίνητες λωρίδες οχημάτων πακτωμένων με βιαστικούς ανθρώπους που τρέχουν για να προάβουν το μεροκάματο. Και κάπου εκεί ένας γονιός περιμένει από ώρα σε ώρα να χτυπήσει το τηλέφωνο του σπιτιού και να ακούσει νέα από το παιδί του... Για το παιδί του... 

"Κατάρα!"

"Τί έγινε πάλι ; " αναρωτήθηκε ο Μάκης.

"Ούτε 17 ρε μαλάκα... Ούτε 17..."

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Νέα Υλικά, Νέες Τεχνολογίες...

Νέα Υλικά, Νέες Υποσχέσεις...?

Το παρόν άρθρο αφορά μια εργασία που κάναμε εγώ και ο συμφοιτητής μου Bermond για ένα εργαστήριο στη σχολή και μας κέντρισε αρκετά το ενδιαφέρον. Ας τα πάρω από την αρχή τα πράγματα εντελώς περιληπτικά και γενικά με σκοπό να κατανοηθεί από όσους το διαβάσουν.
Η όλη φιλοσοφία των ηλεκτρονικών υπολογιστών στηρίζεται στην ύπαρξη δυο διακριτών καταστάσεων της μηδεν “0” και της ένα “1” τις οποίες μπορούν και ξεχωρίζουν τα ηλεκτρονικά συστήματα. Κάθε μηδεν ή ένα στοιχείο αποτελεί ένα κομμάτι πληροφορίας, και μάλιστα δυαδικής πληροφορίας καθώς κάνουμε χρήση του δυαδικού συστήματος των μαθηματικών και ονομάζεται bit. 8 bit αντιστοιχούν σε 1 byte.
Τα σημερινά μαγνητικά μέσα αποθήκευσης στηρίζουν τη λειτουργία τους στη μαγνήτιση όπως προδίδει και το όνομά τους. Αποτελούνται απο μικροσκοπικούς κόκκους μαγνητικού υλικού με την ικανότητα να βρίσκονται σε δυο καταστάσεις. Ας πουμε με τον βόρειο πόλο προς τα πάνω και με το νότιο πόλο προς τα πάνω. Η εικόνα φαίνεται πιο κατανοητή σίγουρα.  



Ας ονοματίσουμε τον προσανατολισμό του μαγνήτη με το νότιο πόλο ως “down” και τον αντίθετό του ως “up”. Έτσι λοιπόν, αυτοί οι κόκκοι έχουν από τη φύση τους ενσωματωμένες αν θέλετε, δυο διακριτές καταστάσεις, τις upκαι down και τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να τις χρησιμοποιήσουμε για την αποθήκευση bits και κατά συνέπεια bytes, Kbytes, Mbytes, Gbytes, και στη σημερινή εποχή μέχρι και Tbytes. Ας αντιστοιχίσουμε την κατάσταση down στο ψηφίο 0 και την κατάσταση up στο ψηφίο 1.Χρησιμοποιώντας ένα λεπτό στρώμα μαγνητικού υλικού αποτελούμενου απο μικροσκοπικούς μαγνητικούς κόκκους επάνω σε έναν δίσκο και μια λεπτή μαγνητική βελόνα μπορούμε να ελέγξουμε τον προσανατολισμο των κόκκων και κατά συνέπεια τις καταστάσεις down και up και voila! Έχουμε στα χέρια μας κομμάτια δυαδικής πληροφορίας αποτελούμενα απο 0 και 1 bits. .
 Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το παραπάνω αποτελεί απλά ένα παράδειγμα για καλύτερη κατανόηση και σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει την ακριβή λειτουργία των μαγνητικών δίσκων.
Με σκοπό να μεγαλώσουμε τον όγκο των πληροφοριών των δίσκων αλλά να μην καταλήξουμε να χρησιμοποιούμε σκληρούς δίσκους σε μέγεθος πλοίων, αναγκαστήκαμε να μικρύνουμε τους κόκκους. Τα προβλήματα ξεκινάνε κάπου εδώ. Όσο μικραίνουμε τους κόκκους, τόσο περισσότερο δυσχεράινουμε τη δουλειά της βελόνας. Αν το θέσω με διαφορετικούς όρους, οι μαγνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ μεταξύ κόκκων και βελόνας είναι μεγάλης απόστασης αναλογικά με το μέγεθος των κόκκων. Η ακριβής αλληλεπίδραση δυσκολεύει αρκετά και όσο κατεβαίνουμε σε μέγεθος οδηγούμαστε σε φαινόμενα μεταφοράς φορτίων με συνέπεια την υπερθέμανση του υλικού και την ανεπανόρθωτη βλάβη. Για τους πιο επιστήμονες αρκέι το “Σιγά σιγά θα μεταβούμε στο υπερπαραμαγνητικό όριο των υλικών”.  
Ένα δέυτερο πρόβλημα που παρουσιάζεται είναι η ανικανότητά μας να παράγουμε κόκκους ενιαίου μεγέθους και όμοιων ιδιοτήτων σε τόσο μικρά μεγέθη.
Αυτό είναι και το όριο των σημερινών συσκευών αποθήκευσης.
Μια νέα ιδέα έρχεται από το πεδίο της ανόργανης χημείας και της επιστήμης των υλικών. Να χρησιμοποιήσουμε αντί των κόκκων τα γνωστά σε όλους και μικροσκοπικά μόρια. Είναι προφανές ότι ένα μόριο έχει πάντα ενιαίο μέγεθος, σχήμα και φυσικά καθολικές ιδιότητες. Και πως θα μπορέσουμε να εισάγουμε τη δυαδική πληροφορία σε ένα μικροσκοπικό μόριο; Η ιδέα είναι να καταφέρουμε να κατασκευάσουμε μόρια τα οποία θα έχουν μαγνητικές ιδιότητες. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε την εισαγώγή των bits στο νέο υλικό και κατά συνέπεια τη χρήση του σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και όχι μόνο.
Εδώ πρέπει να εξηγηθεί η συμπεριφορά των μορίων ως μαγνητών καθότι τα μόρια δεν εμφανίζουν βόρειο και νότιο πόλο όπως τα κοινά σιδηρομαγνητικά υλικά αλλά δημιουργούν τις δυο διακριτές καταστάσεις εκμεταλλευόμενα τις καταστάσεις των spin των ατόμων τους. Δε θα αναπτύξω το συγκεκριμένο θέμα καθώς χρήζει ιδιαίτερης δυσκολίας για κάποιον που δεν ασχολείται αλλά θα χαρώ να στείλω διευκρινήσεις σε όποιον ενδιαφερθει  . Αν ορίσουμε λοιπόν δυο καταστάσεις ως down και up και αυτές είναι ακριβώς αντίθετες μεταξύ τους, επανερχόμαστε στην αντιστοίχισή τους σε 0 και 1, όπως και με τα μαγνητικά υλικά μόνο που αυτή τη φορά λειτουργούμε σε νανοκλιμακα καθώς έχουμε μετατρέψει ένα και μόνο μόριο σε έναν κατά πολύ μικρότερο αλλά ανάλογης λειτουργίας μαγνητικό κόκκο! Φανταστείτε τώρα πόσο πιο πυκνή μπορεί να γίνει η αποθήκευση των δεδομένων όταν μεταπηδάμε από την τάξη μεγέθους των μικρομέτρων στην κλίμακα των νανομέτρων.
Αυτή τη στιγμή οι –όπως αποκαλούνται- μονομοριακοί μαγνήτες λειτουργούν μόνο σε θερμοκρασίες 3 K (-270ο C) δηλαδή μόλις τρεις βαθμούς μακριά από το απόλυτο μηδέν και η στιγμή που θα γίνουν έτοιμοι προς χρήση για τους προσωπικούς μας υπολογιστές απέχει έτη φωτός. Βιβλιογραφικά δεδομένα αναφέρουν ότι το ποσο αποθήκευσης ανά τετραγωνικό εκατοστό υλικού αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα 4Gbits ενώ με τη χρήση μονομοριακών μαγνητών θα φτάσει στα 6.5Tbits. (δηλαδή απο 512 MB στα 832 GB)

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Issue #3

Ο Ιερεμίας δεν είχε αλλεργία στο πιπέρι. Κανένα σκουλήκι δεν είχε αλλεργία στο πιπέρι. Για την ακρίβεια, όσα σκουλήκια είχαν την ατυχία να είναι αλλεργικά εμφάνιζαν πρόβλημα μόνο σε κοκκινωπά φυτά με μοβ σπόρους και το πιπέρι δεν ήταν ένα από αυτά. Ο Ιερεμίας είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς καθώς ανέβαινε τη μεγάλη ελικοειδή σκάλα που θα οδηγούσε μετά από περίπου ένα χιλιόμετρο ανέβασμα στην κρεβατοκάμαρα. Ανέβαινε αργά καθώς ανέλυε την κατάσταση στο αναμφισβήτητα σπουδαίο μυαλό του.
 Ο Ιερεμίας είχε την περίεργη τύχη να γεννηθεί ένας «Διώκτης». «Διώκτες» ονομάστηκαν από τους επιστήμονες μια σπάνια φυλή σκουληκιών η οποία κατείχε την ιδιότητα να εμφανίζει τα συμπτώματα της αλλεργικής αντίδρασης αμέσως μόλις απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα μια ποσότητα ενός δηλητηριώδους προϊόντος. Ονομάστηκαν έτσι κυρίως γιατί χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα είτε ως βασιλικοί φύλακες είτε ως ανιχνευτές των Αστυνομικών Αρχών. Ελαφρά συμπτώματα όπως φαγούρα και τσούξιμο τον ματιών προκαλούσαν συνήθως τα ελαφρά δηλητήρια που το μόνο που μπορούσαν να προκαλέσουν ήταν στομαχικές διαταραχές. Δηλητήρια υψηλού κινδύνου θεωρούνται όσα προκαλούν αρχικά έντονο φτέρνισμα και συνοδεύονται από οξύ πονοκέφαλο. Εάν τα πρώτα αυτά συμπτώματα ακολουθεί και ένα μικρό εξάνθημα στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού των Διωκτών, τότε το δηλητήριο είναι θανατηφόρο και ανάλογα με την έκταση του εξανθήματος πιθανολογείται ότι εκείνος που πρόκειται να δηλητηριαστεί έχει από έξι ώρες έως και τρία λεπτά χρόνο ζωής…
 Οι Διώκτες ήταν πλέον ένα σπάνιο φαινόμενο καθώς αλληλοεξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους κατά τον Εμφύλιο των Διωκτών. Αυτός προκλήθηκε από τους Οπισθοδρομικούς Διώκτες, οι οποίοι πορεύονταν με την άποψη ότι το περίεργο χάρισμα τους ήταν δώρο του μεγάλου Θεού από εκείνον προς αυτούς και πίστευαν πως ήταν ασέβεια να το μοιράζονται με τον υπόλοιπο κόσμο. Μία χρονιά, κηρύχθηκε πόλεμος από μια ρήξη μεταξύ των δύο φυλών, κυρίως εξαιτίας οικονομικών διαφορών. Όσοι πληθυσμοί Διωκτών γλύτωσαν, συμφώνησαν να ξεχάσουν το θέμα και να διασκορπιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπου και θα έκαναν τις οικογένειές τους. Λέγεται ότι κατάφεραν να επιζήσουν μόνο πέντε Διώκτες και κανένας από αυτούς δεν ήταν Οπισθοδρομικός. Όσο για το παράξενο ταλέντο τους, συμφώνησαν να μείνει από εδώ και πέρα ένα μυστικό καλά κρυμμένο μες στους επόμενους αιώνες, ένας θρύλος, που το όνομα του τώρα πια αντηχούσε στα αυτιά των γηραιότερων σκουληκιών σαν παραμύθι…
 Ο Ιερεμίας αποφάσισε πως θα ήταν σαφώς καλύτερο να τηλεμεταφερθεί από το να ανεβεί τα εναπομείναντα 728,5 μέτρα με τα πόδια. Αν σταματούσε μόνο αυτός ο φριχτός πονοκέφαλος που τον είχε πιάσει το τελευταίο λεπτό…
  
* * *

 «Μη γλυκιά μου, όχι αυτό το βάζο…»
 «Να σκάσεις!» ούρλιαξε από θυμό η βασίλισσα Κλημεντίνη καταστρέφοντας την βαζοπεριουσία του συζύγου της που με τόσο κόπο είχε συγκροτήσει.
 «Μα δε νομίζω ότι είναι λόγος αυτός για να γίνουν όλα άνω κάτω πάλι… Στο κάτω κάτω δεν έγινε και τίποτα…»
Η Κλημεντίνη αγνόησε το σύζυγο της και συνέχισε να σπάει ένα ένα τα βάζα του συζύγου της.
 «Ακούς εκεί που θα μου πει εμένα ότι του αρέσει περισσότερο πως είμαι τώρα παρά πριν 45 χρόνια! Άντρες! Τίποτα δεν καταλαβαίνουν πια… ΤΙΠΟΤΑ!» αφήνιασε η Κλημεντίνη αρπάζοντας ένα μεγάλο πιάτο για τα επίσημα γεύματα…
 «Μη καλή μου, όχι το πιάτ…»
 «ΕΙΠΑ ΣΚΑΣΕ! Δηλαδή για ποιο λόγο με παντρέυτηκες? Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς σήμερα το καταλαβαίνεις? » αντιμίλησε η Κλημεντίνη και έκανε μια κίνηση να πετάξει το πιάτο κατά τον άντρα της.
 Ο Ιερεμίας ο οποίος είχε την τέχνη να εμφανίζεται πάντα στην πιο κρίσιμη στιγμή, έσκασε μύτη στη μέση της μάχης. Με μία αστραπιαία κίνηση του μπαστουνιού του δημιούργησε ένα γαλάζιο περίβλημα γύρω από την βασίλισσα μέσα στο οποίο ο χρόνος σταματούσε να κυλάει, ενώ η άψογη προστατευτική αύρα του διέλυσε το πιάτο σε άπειρα μικρά κομματάκια πορσελάνης μεταφέροντάς το σε μία άλλη διάσταση, από την οποία μόνο ο Ιερεμίας μπορούσε να το επαναφέρει. ¨Όλα αυτά χωρίς να κουνηθεί ούτε χιλιοστό από τη θέση στην οποία εμφανίστηκε.
 Με την έκφραση της απόλυτης ηρεμίας στο πρόσωπό του, χαμογέλασε εγκάρδια στο Μεγαλειότατο: 
 «Λοιπόν αγαπητέ Θεόφιλε, φαίνεται πως έφτασα επάνω στο καθιερωμένο μεσημεριανό καβγαδάκι…»
 «Ιερεμία… ουφ…!» λαχάνιασε ο Μεγαλειότατος. βγαίνοντας πίσω από τις κουρτίνες. 
 «Σου χρωστάω τη ζωή μου…»
 «Έλα αηδίες… Θα προτιμούσα ένα γεύμα με τη βασιλική οικογένεια…!»
 «Έξοχα! Πότε θέλεις?»
 «Και τώρα μη σου πω…» 
 «Συμβαίνει κάτι?» ανησύχησε ο Μεγαλειότατος.
Το μυαλό του Ιερεμία συνέχιζε να δουλεύει πυρετωδώς. Περίμενε το επόμενο σημάδι. Ένα σπυράκι στο δάχτυλο του αρκούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Ήταν ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σώσει το Βασιλικό ζεύγος σε περίπτωση που κάποιο κακόβουλο σκουλήκι προσπαθούσε να τους δηλητηριάσει.
 «Και ναι, και όχι…» 
Με μία ακόμη κίνηση, λιγότερο βιαστική αυτή τη φορά άλλά το ίδιο επιδέξια, απελευθέρωσε τη ζαλισμένη βασίλισσα από τη Χρονοφούσκα.
«Τι συνέβη?.. Α! Καλώς τον… Καλά δεν έχεις βαρεθεί να μας ακούς κάθε φορά?»
«Γιατί Κλημεντίνη εσύ δε βαρέθηκες να του φωνάζεις?» της είπε χαμογελαστά ο Ιερεμίας. Ύστερα, παίρνοντας ένα σοβαρό ύφος τους ενημέρωσε για τα πρωινά δρώμενα και τους ζήτησε να τους συνοδεύσει στο δείπνο.
Η Κλημεντίνη μίλησε πρώτη.
 «Μια απορία μόνο…»
 «Ακούει…»
«Πως είσαι τόσο σίγουρος γι αυτά που λες? Εδώ καλά καλά δεν πρόλαβες να ανακρίνεις εκείνα τα δύο σκουλήκια.»
«Και κάτι μου λέει ότι ούτε και πρόκειται να τα ανακρίνω και ποτέ… Αρνούμαι να απαντήσω στην ερώτησή σου Κλημεντίνη, με προσβάλλει τα μάλα…Θα σας περιμένω κάτω στην τραπεζαρία.» κατέληξε και κίνησε κατά την πόρτα.
« Εεε… Ι… Ιερεμία?»
«Ακούω Μεγαλειότατε…» απάντησε ο Ιερεμίας χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. 
  «Εεε… Να… ξέρεις μωρέ τώρα πως αντιδρούν οι καθαρίστριες… όταν βλέπουν τέτοια χάλια στο παλάτι… Μήπως θα μπορούσες… Να κ… κάνεις κάτι?»
δίστασε ο αυτοκράτορας.
 Ο Ιερεμίας, ατάραχος όπως πάντα, και χωρίς να γυρίσει προς το μέρος τους κούνησε το ραβδί του και μια σκούπα, μια σφουγγαρίστρα και ένας κουβάς που εμφανίστηκαν από το πουθενά, έπιασαν αμέσως δουλειά. Στη συνέχεια, έφυγε από το δωμάτιο σιγοτραγουδώντας ένα παλιό διάσημο τραγούδι. Η Κλημεντίνη μίλησε πρώτη μετά από ένα περίπου λεπτά έντονης σιωπής. Ακόμη και το σφουγγαρόπανο ήσυχο ήταν…
 « Πρόσεξες ότι πάλι απέφυγε την ερώτηση μου?»
 «Το πρόσεξα…» ομολόγησε ο Μεγαλειότατος.
 «Τι θα κάνουμε με αυτόν?» ρώτησε αινιγματικά αλλά με όψη μάλλον χαμογελαστή.
 «Το ερώτημα είναι τι θα κάναμε χωρίς αυτόν…» απάντησε ο Θεόφιλος και κίνησε κατά την τουαλέτα. 
* * *
Τα δυο ρεμάλια που βρίσκονταν στο υπόγειο του Ιερεμία είχαν αρχίσει να συνέρχονται. Πρώτο άνοιξε τα μάτια του το πιο γεροδεμένο σκουλήκι και όπως ήταν λογικό προσπάθησε να καταλάβει πού στο καλό βρισκόταν. Το καινούριο τους σπιτικό ήταν μες στη σκόνη και συνειδητοποίησε πως μπορούσε να αναπνεύσει με μεγάλη δυσκολία. Να έφταιγε η σκόνη? Μήπως ο θεότρελος μάγος που τους είχε φυλακίσει είχε κάνει και κάποιο ξόρκι επάνω τους έτσι ώστε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε προσπάθεια διαφυγής τους? Τα ερωτήματα κατέκλυζαν το μυαλό του. Αδυνατούσε να σκεφτεί καθαρά. Γιατί? Και γιατί δεν είχε συνέλθει ακόμη ο φίλος του?
Σε μια ύστατη προσπάθεια να βολευτεί καλύτερα στη θέση του λιποθύμησε από μια ραγδαία εξάντληση που κατέλαβε όλο του το σώμα και έπεσε άθελα του στο κεφάλι του συντρόφου του παρατείνοντας για πολύ την κατάσταση λήθης και των δυο τους.

* * *

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Είμαι τόσο κακός?

Κάποτε είχα παίξει σε ένα μικρό θεατρικό στη γιορτή του σχολείου μαζί με μια κοπέλα. Εγώ λέει παρίστανα τον πατέρα της. Εκείνη τη λέγανε Ελένη στο έργο. Φοιτήτρια. Θυμάμαι ότι είχα πρόβλημα στο πως να παίξω έναν τόσο αυστηρό και παράλογο πατέρα γιατί ο ίδιος ως Στέλιος, συμφωνούσα με την Ελένη. Όταν λοιπόν μπήκα στο σπίτι μας (δηλαδή ανέβηκα στη σκηνή), κάθισα να διαβάσω εφημερίδα. Λίγο αργότερα μπήκε η Ελένη αναψοκοκκινισμένη και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν 17 Νοεμβρίου 1973 και έξω γινόταν της μουρλής. Ο ανήσυχος πατέρας σηκώθηκα και πήγα να ρωτήσω τι συμβαίνει. Εκείνη με τρομερό θυμό και πάθος μου εξηγεί ότι όλη η Αθήνα είναι στους δρόμους, ότι γίνεται χαμός και ότι πρέπει να πάμε όλοι μαζι να διώξουμε το στρατό από τους δρόμους! Όλοι οι φοιτητές, όλοι οι νέοι, όλοι οι γέροι είχαν παραταχθεί έξω από την πόρτα του Πολυτεχνείου.
Εμένα όμως δε μου αρέσει αυτό. Και καταλήγω σε έναν επικό καυγά με την κόρη μου εκείνη να προσπαθεί να με πείσει ότι πρέπει να βγούμε στους δρόμους, ότι τώρα είναι η ευκαιρία να δείξουμε τι αξίζουμε ως λαός, αλλά εγώ φεύ, δειλός του κερατά. Έχοντας ήδη μια απώλεια στην πλάτη, αυτή της γυναίκας μου, δε θα άντεχα να χάσω και το μοναδικό πράγμα στον κόσμο, την κόρη μου. Η Ελένη όμως δεν καταλάβαινε τη μεριά μου, νέο και ατίθασο παιδί και αφού με έβρισε για τα καλά σηκώθηκε κι έφυγε. Εγώ ως πατέρας, πανικοβλήθηκα, τα χασα, χέστηκα πάνω μου άμα θέλετε αλλά και νευρίασα. Με την ανυπακοή της Ελένης ή με τον εαυτό μου; Μια μούχλα και μισή. Όλοι έξω ήταν! Εγώ γιατί να μην πάω δηλαδή; Για πόσο ακόμη θα βαραίνει τους ώμους μου η σκια της δικτατορίας και το φτερωτό πουλί της; Στην τελευταία σκηνή, αρπάζω το παλτό μου και βγαίνω βιαστικά έξω από το σπίτι.
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009 φοιτητικές εκλογές. Μια εβδομάδα πριν δεν υπάρχει ούτε ένα άτομο το οποίο να εμπλέκεται με τα κοινά και να μην είναι στη σχολή. Ακόμη και αυτοί που δεν πατάνε το ποδαράκι τους ούτε καν για τα υποχρεωτικά εργαστήρια είναι κάάάθε μέρα εκεί. Και είναι και φίρμες οι άτιμοι. Όλοι τους χαιρετάνε όλοι τους γνωρίζουνε. Αυτοί οι φοιτητές ήταν που έριξαν και τη δικτατορία το ’73; Αυτοί οι φοιτητές θα έρθουν να σε παρακαλέσουν να τους ψηφίσεις πάντως. Και μιστερ Πρόβατο θα πας. Ω, ναι θα πας, γιατί είναι πολύ κρίμα να μην ρίξεις ψήφο εμπιστοσύνης στον κολλητό σου που έχει επιλέξει ως μέσο εκφρασης την PQR πολιτική παράταξη.
Θυμάμαι σε μια από τις φετινές γενικές συνελεύσεις κέρδισε η ΔΑΠ Ν.Δ.Φ.Κ. και όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα ακούστηκε το καταπληκτικό «ΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ!!! Θα πάμε DOGS το βράδυ! Κερδίσαμε!»
Τώρα τι να σχολιάσω... Σχολιάστε εσείς οι 3 που μπορεί να διαβάσετε αυτό το κείμενο.
Που θέλω να καταλήξω; Οι φοιτητές θεωρούνται το μέλλον. Ο σπόρος που θα φυτέψει το κράτος και θα ανθίσει προσφέροντας μια αναβάθμιση σε όλα τα επίπεδα. Η Νέα Γενιά που έχει μαζί της την πείρα των παλιών και τη δίψα των νέων. Που είναι ατίθαση γεμάτη με πάθος, γεμάτη με όνειρα, που ξεχ...

Γη καλεί Στε, σύνελθε.

Πάμε από την αρχή.

Οι φοιτητές είναι οι αλήτες. Αυτοί που τα προκαλούν όλα. Που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε παρά μόνο για τη φραπεδιά τους. Οι φοιτητές αρνούνται να δεχτούν τη μόρφωση που τους προσφέρεται κλείνοντας τις σχολές και βάζοντας λουκέτο. Οι φοιτητές θέλουν τους μπάτσους νεκρους και μακριά από το άσυλο για να διακινούν παράνομα ναρκωτικά. Οι φοιτητές αποτελούν την τροχοπέδη του συστήματος.

Η αλήθεια; Κάπου στη μέση.

Ένας μέσος φοιτητής έχει περάσει σε μια σχολή που δεν του αρέσει και θα κάνει τα πάντα για να πάρει ένα καταπληκτικό πτυχίο το οποίο και θα κορνιζάρει και σε όλη αυτή την καταπληκτική σταδιοδρομία θα αναρωτιέται τι σκατά έκανε λάθος και σε ποια οικοδομή να πάει να γίνει μπετατζής αφού αποφοιτήσει. (Προς Αλλάχ δεν έχω κάτι με τους μπετατσίδες). Στους τοίχους του Χημικού έχει γραφτεί η απόλυτη αλήθεια. Είναι το είδωλο που ξεπροβάλλει από τον καθρεφτη που ονομάζεται Πανεπιστήμιο όταν κοιτάει μέσα η πλειοψηφία των σημερινών φοιτητών.

«Δε θέλουμε γνώσεις, θέλουμε πτυχία»

Και γω που θέλω γνώσεις; Εγώ που έχω όνειρα; Εγώ που αυτή τη στιγμή μπορώ να ονοματίσω τον επόμενο Φρόυντ, τον επόμενο Σπύρου που θα φύγει να χειρουργήσει στο Memorial, τον επόμενο Χάιζενμπεργκ, την αυριανή Μαρία Χούκλη, τον μελλοντικό εφευρετη της ένωσης που εξοντώνει τον καρκίνο, μπορώ να δω αυτά τα όνειρα στα μάτια τους, στις κουβέντες τους, στις κινήσεις τους. Εγώ δηλαδή που θέλω το κάτι παραπάνω καλούμαι να επιλέξω ανάμεσα σε τρία χρώματα, μπλε, κόκκινο, πράσινο και να αφήσω το μέλλον μου στα χέρια τους. Γιατί αυτοί ενδιαφέρονται για σένα αγαπητέ ονειροπόλε φοιτητή. Μα ναι, φυσικά και ενδιαφέρονται! Δεν ξέρουν αυτοί τα προβλήματα της εκπαίδευσης; Τα ξέρουν και πάρα πολύ καλά μάλιστα γι αυτό και αρνούνται να πατήσουν έστω και σε ένα αμφιθέατρο. Γι αυτό και ζητάνε από μια σελίδα στο facebook τα -sos και ο θεός να μας σως’- για το δείνα μάθημα.
Α ρε φοιτητή, που κατάντησες. Από τη μια να ρίχνεις κυβερνήσεις και από την άλλη να ρίχνεις την ψήφο σου σε ανίδεους.

Τι είμαστε τελικά ρε σεις;
Σπόρος ή τροχοπέδη;

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Issue #2

«Πολύ περίεργα όλα αυτά Ιερεμία… Πάρα πολύ περίεργα…»
«Συμφωνώ… Δεν κατάφερα να μάθω τι ψάχνουν ακόμη. Μα πόσο απελπισμένοι μπορεί να είναι? Μες στην καλύβα μου νυχτιάτικα? Πάλι καλά που γύρισα δυο μέρες νωρίτερα από την αποστολή του Μεγαλειότατου.»
«Αλήθεια, τι έγινε και γύρισες έτσι νωρίς?» απόρησε ο Λαζέλιους.
«Τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά ξεμπέρδεψα λίγο πιο νωρίς… Αλλού είναι το θέμα μας τώρα» επέμεινε ο Ιερεμίας.
Ο Λαζέλιους κινήθηκε κατά το μεγάλο καζάνι στη φωτιά και έριξε μέσα από ένα σακουλάκι μια σχετικά μεγάλη ποσότητα μαύρης σκόνης.
 «Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Θα πρέπει να περιμένεις να ξυπνήσουν από το λήθαργο. Δεν τράβηξαν και λίγα χθες.»
 «Α…Α…Ααα…Ψου……!»
Ο Ιερεμίας φτερνίστηκε δυνατά.
 «Έχε χάρη που η… η… ΑΨΟΥ…! Ήμουν κουρασμένος χθες και δεν είχα δια..α… Α..ΑΑΨΟΥΥ!.... Μα τι στο καλό έπαθα?»
Ο Λαζέλιους κρατούσε κρυμμένο ένα γέλιο από καθαρή ευγένεια προς τον πρώην μαθητή και νυν φίλο του.
«Συνάχι… Χτυπάει πολύ τα σκουλήκια αυτήν την περίοδο…!»
«Μη γελάς… Ξέρεις πως πολύ λίγα πράγματα μπορούν να με κάνουν να φτερνιστώ! Τι έχεις εκεί μέσα? Τι ζουμί ετοιμάζεις πάλι παλιοτρελόγερε?»
«Ω, τίποτα που να σε ανησυχεί ιδιαιτέρως… Αντικαθιστώ για λίγο καιρό τον παλιό μάγειρα μέχρι να έρθει ο καινούριος… Εσύ εν τω μεταξύ, ζήτα και τη γνώμη του Μεγαλειότατου… Αφού ήρθες μέχρι το υπόγειο, πήγαινε και κανέναν όροφο πιο πάνω…»
«Έφυγε ο Λάζαρος? Γέννησε τελικά η γυναίκα του? Αυτό θα πει χα… ΑΑΑΨΟΥΥΥΥ! Αποκλείεται αυτό το πράγμα να είναι σούπα! Κάτι άλλο τρέχει…»
Φαίνεται πως είμαι αλλεργικός σε αυτήν την αηδία που έβαλες πριν από λίγο στο φίλτρο…»
Ο Λαζέλιους απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο καθώς ξεπροβόδιζε το φίλο του προς την πόρτα:
«Τότε καλέ μου φίλε, φαίνεται πως είσαι το μοναδικό σκουλήκι που έχει αλλεργία στο 
πιπέρι!»
   

* * *

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Issue #1

«Και γιατί παρακαλώ θα έπρεπε να ξέρω που βρίσκονται τα φίλτρα του…?»
«Γιατί εσύ υποτίθεται πως τον παρακολουθείς έξι μήνες τώρα…»
«Δεν είναι τόσο εύκολο να παρακολουθείς ένα τέτοιο πλάσμα!..»
    Δυο παραστρατημένα σκουλήκια που είχαν αλλάξει στρατόπεδο τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, περίπου πενήντα χρόνια πριν, σχολίαζαν με ψιθυριστές φωνές το τεράστιο χάος στο σπίτι του γνωστού μας μάγου.
«Και να ξέρεις, φιλική συμβουλή: Δεν νομίζω να υπάρχει χειρότερος συνδυασμός από έναν αδέξιο μάγο, τόσο καλό ώστε να τον τιμήσουν με το παράσημο τέταρτου βαθμού του Λαζελιανού τάγματος..» είπε εμφανώς τρομαγμένο το σκουλήκι που του είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του Ιερεμία.
«Τετάρτου βαθμού?» αναφώνησε το δεύτερο, λίγο πιο μεγαλόσωμο σκουλήκι, που πλήρωνε το τίμημα για το ύψος του σε αυτή τη ρημάδα την καλύβα χτυπώντας το κεφάλι του συνέχεια στα τραπεζάκια κάτω από τα οποία έρπονταν.
«Μα αυτό δίνεται μόνο σε ήρωες πολέμου!..» συνέχισε ακόμη πιο τρομαγμένο.
«Και πρέπει να το μάθει όλο το χωριό? Έτσι εκτελείς μυστικές αποστολές εσύ?
Φωνάζοντας όποτε σου καπνίσει?!?»
«Μα δεν καταλαβαίνεις?» αντιμίλησε το δεύτερο σκουλήκι αυτή τη φορά λίγο πιο σιγά.
«Να καταλάβω τι? Ότι είμαι σε αυτή την παλιοκαλύβα με έναν βλάκα σαν εσένα που δεν έχει που να βάλει τα μπράτσα του και μιλάει όλη την ώρα αντί να ψάχνει?» είπε το πρώτο σκουλήκι αυτή τη φορά φανερά εκνευρισμένο.
«Να καταλάβεις ότι δεν έχεις την παραμικρή ιδέα που μας έχεις μπλέξει…»
«Αυτήν ακριβώς την άποψη έχω και εγώ!» ακούστηκε μια βαρεία φωνή από μπροστά τους…
     Ένας ταξιδιωτικός μανδύας ειδικά ενισχυμένος με δέρμα δράκου για να αντέχει και στους πιο κρύους χειμώνες ανέμιζε μπροστά τους και ένα πραγματικά εκνευρισμένο σκουλήκι με ένα ζευγάρι μάτια που γυάλιζαν, μέσα σε αυτόν, τους μιλούσε με την πιο τρομακτική φωνή που είχαν ακούσει ποτέ τους. Ένιωθαν στις ράχες τους το βάρος από τα λόγια αυτού του τύπου που εμφανίστηκε πριν από λίγα δευτερόλεπτα ακριβώς μπροστά τους και προς στιγμήν ένοιωσαν τόσο μεγάλο δέος για τον άγνωστο ταξιδιώτη που δεν πρόσεξαν ότι τα πόδια τους είχαν ξεκολλήσει από τη γη.
«Και φαντάζομαι ότι δεν θα λάβω ικανοποιητική απάντηση εάν τολμήσω και ρωτήσω:
ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΤΕ ΜΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ, ΕΡΠΟΝΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ?» ούρλιαξε από θυμό ο Ιερεμίας και με μια κίνηση του ραβδιού του, τίναξε τους παρείσακτους στον απέναντι τοίχο.
    Ο βαρύς γδούπος από τα σώματα τους κατά την επαφή τους με τον τοίχο ήταν ο τελευταίος θόρυβος που ακούστηκε σ αυτή την ησυχη πόλη εκείνη τη νύχτα.

                                                                             *******      

      Το σκοτεινό δωμάτιο ανέδυε μια έντονη μυρωδιά μούχλας ανακατεμένη με αυτή της υγρασίας που σχημάτιζε γυαλιστερές σταγόνες στους πέτρινους τοίχους. Το μοναδικό έπιπλο που καταλάμβανε περίπου το μισό δωμάτιο ήταν ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι με ένα αχυρένιο στρώμα φτιαγμένο βιαστικά. Επάνω στο κρεβάτι στεκόταν ακίνητο σαν πέτρα ένα γεροδεμένο σώμα δεμένο γερά με σκοινιά στα πόδια του κρεβατιού. Ένα γεύμα αποτελούμενο από ένα κομμάτι ξερό ψωμί και μια κανάτα με ξίδι βρισκόταν ακουμπισμένο στο πάτωμα μπροστά την ξύλινη πόρτα.
     Ένας δυνατός γδούπος στην πόρτα, σαν κάποιος να σκόνταψε και να έπεσε πάνω της έβγαλε το γεροδεμένο σώμα από το λήθαργό του. Ο Ρολάνδος βρήκε τον εαυτό του δεμένο σφιχτά πάνω σε ένα κρεβάτι μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Η πρώτη του κίνηση ήταν να χαμογελάσει. Ύστερα, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, έσπασε τα σκοινιά και κίνησε για την πόρτα. Ακούμπησε το αυτί του προσεκτικά στην πόρτα και την ψηλάφησε για να μπορέσει να καταλάβει έαν έκρυβε κανένα μηχανισμό με σκοπό να τον βλάψει. Μετά απο την προσεκτική εξέταση, άνοιξε την πόρτα απότομα με το πόδι του παρασέρνοντας τον ανυποψίαστο φρουρό που στεκόταν από την άλλη μεριά.
     Μπροστά του απλωνόταν ένας μακρύς διάδρομος αρκετά φαρδύς για να χωράει 2 φυσιολογικούς ανθρώπους κολλητά τον έναν δίπλα στον άλλον. Ο Ρολάνδος όμως είχε πρόβλημα. Το μέγεθος του δε θα του επέτρεπε να κινηθεί ελεύθερα σε περίπτωση που χρειαζόταν να αναμετρηθεί με κάποιον.

* * *



Έναρξις: Ο Ιερεμίας στη Σκουληκοχώρα

Το παρακάτω section του τραγικού αυτού blog έχει ως σκοπό τη φιλοξενία μιας μικρής ιστοριούλας που σκάρωσα κάποτε στα 14 περίπου. Όλα ξεκίνησαν το 1954 στην Αλαμπάμα, μια κρύα νύχτα του Γενάρη... Έβγαλα βιαστηκά ένα κομμάτι ύφασμα και έγραψα με το ίδιο μου το αίμα (καθότι στυλό δεν...), με όσο πιο καθαρά γράμματα ήταν δυνατόν την πρώτη ιστορία του Ιερεμία, του μικρού, αλλά όχι και τόσο μικρού μάγου...

O.A.Σ.Θ.ικά μαθήματα...

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν αυτός που βρίσκεται απέναντι μου είναι τόσο ζώο όσο δείχνει ή αν η στάση του αυτή είναι ενα grand masterplan για την κυριαρχία του είδους του στον πλανήτη. Μάλλον το δεύτερο.
1454 HOURS και πραγματικά η στάση στην Καμάρα μοιάζει με τη λωρίδα της Γάζας. Σκέφτομαι τι έκανα λάθος και απλά κατέληξα ότι δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να πιω εκείνον τον καφέ στις 11.30 στο Μικρό Μπλε. Η ζωή μου κινδυνέυει. Ορδές αθάνατων γιαγιάδων με καροτσάκια, παππούδων με κασκέτα και κάπες του Μπατμαν(clopyright), αγοριών, κοριτσιών, φοιτητών, αφοίτητων, όλοι στον αγώνα για να μπουν στο λεωφορείο. 
Έχω αφήσει ήδη τρία λεωφορεία για να μην στριμώξω τον κόσμο κι άλλο.Και έρχεται το δεκάρι... Αυτά είναι...Το λεωφορείο ασφυκτιεί από ζωη... Κολλημένες φάτσες στα τζάμια παρακαλάν για λίγο αέρα. Και κάπου στην Τρίτη Πόρτα, ο δρόμος για τον Παράδεισο , τη δική μου Ιθάκη, το σπίτι μου. Αφού μπω, αποφασίζω ότι δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή να ακούσω Theater μπορεί να κλωτσομπουνιδοκοπηθούμε ανα πάσα στιγμή εδώ μέσα. Η ακοή μου θα μου χρειαστεί Αριστερά μου ένας κύριος ανοίγει το παράθυρο. Ορθόν. Μην ψοφήσουμε κι από τους άπλυτους. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει αλλά είναι μόδα να βρωμάς κομματάκι. Πως είναι μόδα να κόβεις τα μαλλία σου λιγάκι, έτσι ώστε να δείχνεις σα στραβοκουρεμένο γκαζον? Έτσι και πρέπει να βρωμάς λιγάκι. Σαν τι ας μην πω. 
«Επόμενη στάση...» «Πισωκολλητό» σκέφτομαι... Η κοπέλα πίσω μου έχει συμπιεστεί σαν .rar αρχείο για να χωρέσει και σκέφτομαι τον επόμενο αναίσθητο που θα προσπαθήσει να μπει και θα τη ζουλήξει κι άλλο. Ευτυχώς κανένας δε θέλει να βγει. Χμμ... Λάθος σκέψη. Γιατί μπορεί να μη θέλει να βγει κανείς αλλά όλο και κάποιος θα θέλει να μπει. Ασχέτως με το αν χωράει ή όχι. Δε με ενδιαφέρει ρε αν τα αρχ.... σας έχουν φτάσει στο στομάχι σας από το ζούπηγμα! Εγώ θα μπώ! Το πε και το κανε... Θέλω να αρχίσω να τσιρίζω. Να βρίζω. Να χτυπάω. Ψυχραιμία. Οι Theater θα σώσουν την κατάσταση. Αποφασίζω να μην δώσω σημασία.
«Επόμενη στάση... Γαλλικό Ινστιτούτο». Ώπα λέω εδώ είμαστε εδω αδειάζει κομματάκι. Απέναντι μου μια κοπέλα πήρε το μωρό της (δε χρειαζεται να αναφέρω ότι άπλωσε και τα 2 μέτρα του hands free για να μιλήσει στο μωρό...) 
«Έχω τζάμπα μπουκάλι στο αστρα το βράδυ μωρό μου..»
«Χεστήκαμε...» απαντάω (νοερά πάντα... Ειπαμε...)
«Ναι, θα έρθει και ο Άλκης και η Ελένη»
«Καλώς να έρθουν... ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΜΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ!»
«Η Άντζυ Σαμίου καλέ! Τέλεια θα ναι!»
Πρώτο καρδιακό.
«Ναι, μωρό μου ναι θα πάμε ναι ναι τελειαμπραβοθαμιλησουμεμακιασελατρευω»
Έλεος. Κι άλλο τηλέφωνο.
«ΕΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓ.. ΣΟΥ?»
Θεός... Αυτά είναι... 
Πιο δυνατά οι Theater….
Στάση. Πω, χαρά εγώ ο άμοιρος, θα βγει κάποιος κόσμος. Αν μου εξηγήσει κάποιος πως κατάφεραν να με στριμώξουν πιο πολυ από πριν. Ενώ φαινονται λιγότεροι! Πραγματικά μερικοί άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση του χώρου. Μα καμία απολύτως. Έφαγα μέχρι το Ιπποκράτειο να κοιτάω μια τύπισσα που πραγματικά ήταν μαθηματικός. Δεν εξηγείται αλλιώς. Η αθάνατη, είχε βρει την καλύτερη δυνατή θέση! Τα υπολόγιζα κανα δεκάλεπτο σίγουρα! Έτσι όπως καθόταν δε μπορούσε ούτε να βγει κόσμος από τις θέσεις του, ούτε να μπεί, ούτε να χτυπήσει κανείς εισητήριο! Απίστευτη. Προσκυνάω. 
Κι άλλη στάση. Κι άλλα τηλέφωνα, κι άλλη αγένεια. Τις πταίει? Το σκέφτηκα σοβαρά... Πολύ σοβαρά. Κατέληξα. Οι φοιτητές φταίνε. Ναι, οι φοιτητές φταίνε. Αυτοί οι αναίσθητοι χαραμοφάηδες που το μόνο που κάνουν είναι Κ.Π.Π (Κατανάλωση Πατρικής Περιουσίας για τους ανίδεους) και τίποτ’άλλο. Και συμφωνεί και ο κόσμος. Να εδώ, 2 κυριούλες που τις πονάνε τα πόδια μωρε τις καημένες και δε βρήκαν να κάτσουν σ αυτούς τα ρίχνουν. 
Ένας άλλος πιο θεός μου είχε ανοίξει επίθεση γιατι έλεγε μπούρδες και προσπάθησα να του το βουλώσω γιατί ενοχλούσε.
«Τι ξέρετε κι εσείς οι φοιτητές μωρέ? Που κάψατε τη χώρα?»
«Ναι» του λέω «σήμερα έκαψα τέσσερα μαγαζιά...»
«Νεαρέ εσύ δεν ξέρεις»
«Όχι, δεν ξέρω. Επειδή είμαι 20 χρονών είμαι χαζός. «
«Ακριβώς. Ε...Δηλαδή όχι...»
Το μισό λεωφορείο να κλαίει από τα γέλια. Το άλλο μισο δεν ακούει.
«ΠΑΤΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΠΙΣΩ!»
«Εσεις λέω θα την πάτε μπροστά»
Δεν ασχολήθηκα. 
Βαρέθηκα.
Σιχάθηκα.
Αισθάνομαι απαίσιο άτομο.
Σε μισή ώρα διαρομή έβρισα 458,3 φορές, καταράστηκα άλλες τόσες και έκρινα το συνάνθρωπο μου άγρια.
Είμαι κακός?
Είμαι οργισμένο νιάτο?
Βρε δεν πά να...
Μπά,δεν είναι λογική αυτή...
«Επόμενη στάση...»
Πιο δυνατά οι Theater…

M’ αυτά και μ αυτά δε συστήθηκα...
Φοιτητής είμαι...
Φταίω για όλα
Και είμαι καλά....