Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Κακή λογοτεχνία λέμε

Την περασμένη εβδομάδα πήγαινα προς το θέατρο, εκείνο το χωμένο νεοκλασικό σε ένα από τα στενά της Θεσσαλονίκης στο οποίο συχνάζω. Το λοιπόν, για κάποιον λόγο είχα αυτοκίνητο και φυσικά έψαχνα ένα σημείο που θα θύμιζε έστω και στο ελάχιστο μια συνηθισμένη θέση στάθμευσης για να το απαρατήσω με τέχνη και μαεστρία.
-Τα κλασικά, όπισθεν, σαράντα δυο σβούρες το τιμόνι, άλλες τριάντα αλλαγές ταχυτήτων και κάπου εκεί το παρατάς γιατί σ' έπιασε εκείνη η τενοντίτιδα που σε πιάνει μόνο όταν πρέπει να παρκάρεις-

Όπως έμπαινα σ' ένα στενοσόκακο της κακιάς ώρας είδα αριστερά δυο κλαράκια που έμοιαζαν με πόδια να οδεύουν άτσαλα προς μια πλαστική καρέκλα αφημένη στο πεζοδρόμιο των πενήντα εκατοστών. Δεν ξέρω αν πρέπει να περιγράψω το αρρωστημένα αδύνατο πλάσμα παραπάνω, πέρα από το γεγονός ότι ήταν κοπελίτσα και είχε και ένα σμάρτφον ανά χείρας. Πρέπει και να γύρισε να κοιτάξει αδιάφορα προς το μέρος μου, ξες αυτό το ερευνητικό βλέμμα που ρίχνεις και στο χαρτομάντηλο μετά το φύσημα της μύτης για κάτι κλάσματα δευτερολέπτου πριν το πετάξεις στα σκουπίδια. Μετά κάθισε στην πλαστική καρέκλα -σταυροπόδι-, ζούληξε τον σκελετό της σε οξεία γωνία με τα πόδια και επιδόθηκε στη μελέτη του σμάρτφον. Στιγμές ζωής.

Εγώ πήγα στο θέατρο εν τέλει. Το που πάρκαρα δεν το θυμάμαι. Ούτε και το πως εδώ που τα λέμε. Πάντως το αυτοκίνητο χαίρει άκρας υγείας. Βρήκα και τους συνάδελφους-συμφοιτητές-ηθοποιούς-μη-χέσω- και αρχινίσαμε την παράσταση όταν έσκασε μύτη το σχολικό και ξεφόρτωσε το κοινό μας.

Μια γάτα ανακάλυψε ένα αυγό, μια πετρελαιοκηλίδα μόλυνε τον θερμαϊκό αλλά το λιμενικό ανέλαβε δράση, ένας γλάρος γεννήθηκε, ένας ξερόλας του έμαθε να πετάει, τα παιδιά ζητοκραύγασαν, ανθρώπινες και μη ζωές ξετυλίχθηκαν σε μια ώρα και δεκαπέντε λεπτά. Γεννήθηκαν και πέθαναν στη σκηνή. Έξω πέρασε μόνο μια ώρα και δεκαπέντε λεπτά. Μέσα μπήκε σε λειτουργία στο πλυντήριο της σχετικότητας.

Αργότερα ξεκίνησε μια πρόβα. Ένα ζευγάρι γεννήθηκε, ερωτεύτηκε, αγάπησε, πρόδωσε, σκότωσε, χόρεψε και πέθανε. Σε είκοσι λεπτά. Δυο ηθοποιοί, τέσσερις ζωές.

Λίγο πιο μετά, ο Τομ σιχάθηκε τους παπουτσήδες και τον συνεταιρισμό τους, σιχάθηκε την Αμάντα, σιχάθηκε την ίδια του τη ζωή. Ο Τζιμ φίλησε τη Λώρα κάνοντας τη ζωή της ακόμη πιο σκατένια. Αλλά για λίγο η γυάλινη σφαίρα της ξεθόλωσε. Για πολύ λίγο. Ο Τομ το 'σκασε από τα βάσανα, ο Τζιμ από το σπίτι των Ουίγκφιλντ, η Αμάντα έμεινε μόνη με την κόρη της και οι υπόλοιποι νιώσαμε μια πείνα στο στομάχι. Τόσες ώρες πέρασαν. Δεκαπέντε ηθοποιοί, τέσσερις ζωές και μια γαμημένη πείνα.

Το βράδυ, στο δρόμο για το αυτοκίνητο πέρασα πάλι από το στενό. Στην πλαστική καρέκλα ήταν ακόμη σφηνωμένη εκείνη η κοπελίτσα. Το φως από την οθόνη του σμάρτφον θα πρέπε να την είχε τυφλώσει -τουλάχιστον εμένα θα με είχε ξεκάνει- αλλά αυτή εκεί. Επιμονή. Ένας άνθρωπος και μια συσκευή. Και κάπου αλλού, άλλο ένα τέτοιο περίεργο ζεύγος. Δύο ζωές.

Τι θέλω να πω με αυτή τη μπούρδα; Βασικά, τίποτα. Σχετικιστικές σκέψεις. Κακή λογοτεχνία. Με πειράζει η φυσικοχημεία. Όπως θες παρ'το. Έχει πολύ πλάκα τελικά. Ένα κτήριο να γεννάει και να σκοτώνει σε πέντε ώρες όσες ζωές μπορεί να απαριθμήσει κανείς, μόνο και μόνο επειδή φέρει τον τίτλο "θέατρο".

Αλλά τελικά όταν γυρίσεις το κεφάλι για να δεις τι γίνεται έξω, είναι φορές που πέντε ώρες δε φτάνουν ούτε για να φέρουν εις πέρας ένα ερωτικό καυγαδάκι.

Ο μόνος επίλογος που δύναμαι να σκεφτώ;

"Χα. Καλό."

Δεν υπάρχουν σχόλια: