Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Τι φάση; (συνέχεια)

Που είχα μείνεi; Α, ναι. Που λέτε λοιπόν σε εκείνο το καθυστερημένο μαγαζάκι που δούλευα, οι υπεύθυνοί μου αποφάσισαν ότι ο Έλληνας πελάτης είναι ο πλέον καταλληλότερος για να εφαρμόσεις το ειδάλλως αρκετά καλό μότο, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Θανάσιμο λάθος. Έχεις απέναντι σου έναν λαό που στην πλειοψηφία του αναγνωρίζει το φραπέ ως εθνικό ρόφημα, αγαπημένο του φαγητό είναι ο γύρος και το 88.4% έχει ακολουθήσει την παρέα του στα μπουζούκια και του άρεσε κιόλας. Επίσης, πιστεύει ακράδαντα ότι η άποψή του έιναι πάνω από όλες σερβίροντας αποστομωτικές απαντήσεις σε οποιονδήποτε του εκτοξεύσει κατηγορίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Έχει παρκάει ο Ελληνάρας στην άκρη πεζοδρομίου με ράμπα για τα άτομα με ειδικές ικανότητες, κλείνει εξολοκήρου την είσοδο - έξοδο και όταν του κολλήσεις το πανέξυπνο αυτοκολλητάκι  "Είμαι γαϊδαρος και παρκάρω όπου βρω"* σου λέει με νευριασμένο ύφος "Μα δεν είχε θέση αλλού, που να το έβαζα!" Μάντεψε!

*Να σημειωθεί ότι είμαι αντίθετος με τα λεγόμενα του αυτοκόλλητου. Θα εισηγηθώ στην ομάδα για μια ειδική έκδοση που θα πιάνει το ένα τέταρτο του παρμπρίζ, δε θα ξεκολλάει παρά μόνο με αλλαγή τζαμιού και γράφει επάνω με σχετικά ευμεγέθη γράμματα: "Ειμαι ο μεγαλύτερος σκατομαλάκας στην υφήλιο, η μάνα μου δεν έκανε καλό σεξ με τον πατέρα μου και αντί να με διδάξει πως να φέρομαι σωστά, με άφησε να πνίγομαι στη μαλακία με αποτέλεσμα να έχω ένα τοσοδούλικο και πλέον ψόφιο πέος, οπότε επιδικνύω σε όλους πόσο γαμιάς είμαι παρκάροντας όπου βρω."

Ε, τώρα είναι δυνατόν δηλαδή να πας σε αυτόν τον καθυστερημένο λαό και να τον πείσεις ότι ως πελάτης έχει πάντα δίκιο; Τζήζους. Αν μπορούσα να το περιγράψω σωστά θα το έβαζα στο failblog.org. Υπογράφεις συμφωνία με τον Μίστερ Αλτσχάημουρ (Αρτέμης για τους γνωστούς) να έρθει με το αιθέριο Scythe του και να σου κλέψει τις πλέον απαίσιες αναμνήσεις σου μια για πάντα για να ξεχάσεις αυτά που έζησες και να αναπαυτείς εν ειρήνη.

Προσπερνάω τα φλώρικα τύπου "η πορτοκαλάδα μου έχει γεύση πορτοκάλι", "παρήγγειλα χυμό ανανά και μου βάλατε μπανάνα" (τον έχει δοκιμάσει όλο το προσωπικό και είναι ανανάς, του πας δεύτερο ποτήρι από άλλο σφραγισμένο κουτί και επιμένει) "συγγνώμη μήπως μπορείς να μου φέρεις άλλες 4 ζάχαρες;" (η παραγγελία ήταν πολύ γλυκος με πολύ γάλα. Πες ότι θέλεις κέηκ παληκάρι μου όχι φραπέ...Να ξέρουμε και πως να στο φτιάξουμε), "συγγνώμη εδώ καπνίζουμε;" (καλά μωρή, τα τασάκια στα τραπέζια γιατί είναι; Για να πετάξεις τις τσίχλες σου;) και πάμε σε κάτι ποιο hardcore. Ο παρακάτω διάλογος ειναι πέρα για πέρα αληθινός και αισθάνομαι πάρα πολύ περήφανος που δεν έκανα φόνο. Φαίνεται οι προσπάθειες μου να μετατραπώ από ένα ζωντανό παιδάκι που όταν θυμώνει γίνεται μεγάλος και πράσινο, σε ένα παθητικό ζόμπι που δεν ενοχλεί κανέναν πέτυχαν επιτέλους.

Στο εν λόγω μαγαζί υπήρχε και πάνω πάτωμα και ένα πολύ όμορφο μπαλκονάκι με καταπληκτική θέα. Το μπαλκόνι μακρόστενο φιλοξενούσε έξι διπλά τραπέζια με τέσσερις καρέκλες το καθένα. Για έναν που ξέρει αυτό σημαίνει δώδεκα τασάκια. Τα οποία δώδεκα γαμημένα τασάκια κάποιος πρέπει να τα μαζεύει όταν φεύγουν οι πελάτες από το τραπέζι και όχι να τα παρατάει επειδή ανατσουτσούρωσε το δερματάκι του από την πρωινή ψύχρα. Το λοιπόν είχε μια ψυχρούλα και ένα ελαφρύ αεράκι αλλά πραγματικά τίποτα το σπουδαίο. Για να βγεις λοιπόν σε αυτό το μπλακόνι χρειάζεσαι μπλακονόπορτες. Μπροστά από την αριστερή μπλακονόπορτα μια περίεργη κομπανία από σαφρακιασμένες κλώσσες κακάριζε ολόκληρο το πρωι. Με μπέρδεψε λίγο γιατί άκουγα και διάφορες γλώσσες. Κάπου εκεί χωμένο είναι και ένα παιδάκι, προφανώς εγγονάκι μιας από τις κλώσσες. Πίνει "σοκολάτα ζεστή γλυκιά όμως σε παρακαλώ ναι;" και σε κάποια φάση του πήγα και ένα τοστάκι.

Να σημειωθεί επίσης ότι δεν είχα καμία δουλειά επάνω απλά έκανα χάρη σε μια σερβιτόρα που είχε να πάει κάπου έναν εσπρέσο. Οπότε κι εγώ εντοπίζω ένα άθλιο τασάκι την ώρα που μαζεύω ένα τραπέζι και τυχαίνει να έχω μαζί μου ένα αδειο. Διαβολική σύμπτωση. Παίρνω το φορτωμένο μου δίσκο και ανοίγω την πόρτα. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Δεν κλείνω την πόρτα. Αλλάζω το τασάκι. Μπαίνω μέσα φορτωμένος. Αυτά έγιναν στο χρόνο που τα διαβάζετε. Μα την Οσία Σεφταλιά. Εκεί που πάω να φύγω ακούω το κλασικό γατίσιο νιαούρισμα της κλώσσας. Γυρνάω με το κλασικό καρφιτσωμένο χαμόγελο που περιέγραψα στο προηγούμενο ποστ και αντικρύζω το εξής.

Γυναίκα, ελαφρώς χονδρή, κοντή, με αμάνικο, γύρω στα εξήντα, στολισμένη περιέργως με ξυνισμένη μούρη που βρωντοφωνάζει "Δώσε μου μπουνιά". Οι Άγγλοι θα το έλεγαν toad like face. Εγώ τη λέω απλά και Ελληνικά αντιπαθητική σκατόφατσα δίπλα σε άλλες πέντε αντιπαθητικές σκατόφατσες. Η καημένη νόμιζε ότι μπορούσε να μου πάει κόντρα. Ξεκινάει λοιπόν ενώ βλέπει ότι είμαι φωρτομένος. Σου λέει θα κουραστεί και θα φύγει. Τώρα που θυμάμαι ήσουν καλή μωρή κουράδα αλλά όχι τόσο καλή όσο για να αποφύγεις έξυπνα το ownage που σου ερχόταν στη μούρη από το χιλιόμετρο.

"Είναι δυνατόν;"
"Παρακαλώ;" Χαμογελαώ καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης. Να σημειωθεί και αυτό.
"Είναι δυνατόν να ανοίγεις την πόρτα; Κρυώνουμε!" Ανεβαίνει ο τόνος της φωνής της. Σε όρθια θέση ο δίσκος. Αυτή το νοιώθει ότι δε θα βγάλει άκρη και ανακάθεται. Ειλικρινα χειρότερη σκατόφατσα δεν έχω δει στη ζωή μου. Είναι σαν εκείνα τα "ντοματα-γουρούνι" που πουλάνε παντού στην Αθήνα οι μαύροι τη στιγμή που το πετάνε κάτω, το έχει φτύσει ο ΜιΦιΓαμα και το λαχτάρισε ο Όσιρις και κατέβηκε να κόψει ένα κομμάτι για να δοκιμάσει.
"Σας παρακαλώ τώρα, δεν είναι ανάγκη να γίνει θέμα, ήταν πέντε δευτερόλεπτα όλα κιόλα" και κάνω να φύγω.
"ΑΚΟΥ ΕΔΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ! ΠΩΣ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΕΤΣΙ;"
"Σας παρακαλώ χαμηλώστε τον τόνο της φωνής σας"
"ΝΕΑΡΕ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ ΠΩΣ ΣΕ ΚΟΙΤΩ;"
Περηφανεύομαι για μια από τις πιο δολοφονικές φάτσες όταν τα πάρω στο κρανίο και επιβεβαιωμένο από διάφορους. Οπότε ανακαλώ από τη συλλογή μου μια που γράφει στην περιγραφή "Συμμαζέψου τζατζόγρια δε σε παίρνει..." και τη φοράω με instant cast.
"Εσείς με κοιτάτε καλά;" της απαντάω ατάραχος.
"Ε, ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ ΔΕΣ ΤΟΝ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ!"
"Εσείς επιμένετε να φωνάζετε και σας παρακαλώ για τρίτη φορά να χαμηλώσετε τον τόνο της φωνής σας"
"ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΣΥ ΠΩΣ ΘΑ ΜΙΛΑΩ!"
"Δε με ενδιαφέρει ο τρόπος που μιλάτε καλώς ή κακώς. Δε θέλω να φωνάζετε."
"ΑΚΟΥ ΤΟΝ ΡΕ!"
"Λοιπόν για να πάμε παρακάτω, χαμηλώστε τον τόνο της φωνής σας για να μην τον ανεβάσω εγώ. Κάθε Κυριακή εδώ μέσα μπαινοβγαίνουν περί τα δυο χιλιάδες άτομα. Εάν ο καθένας φωνάζει όπως εσείς καήκαμε, θα πάμε στο τρελλοκομείο.'' Βλαχάρα μου 'ρθε να της πω αλλά κρατήθηκα. Εκεί που μιλάω πετάγεται μια τσουτσου και μουρμουρίζει κάτι για υπεύθυνο αλλά της ρίχνω μια ματιά και το βουλώνει. Γύρω έχουμε γίνει show και βλέπω περίπου 30 άτομα έτοιμα να ριχτούν στη γιαγιά.
"Άκουσε να σου πω νεαρέ είσαι πολύ νέος"
Τοινγκ. Ό,τι του φανεί του λολοστεφανεί.
"Και πάρα πολύ μορφωμένος σας πληροφορώ"
"Ακόμη χειρότερα" μου λέει. Εντωμετακτελ αυτή ψιλοφωνάζει ακόμη αλλά δε δίνω σημασία.
"Κοιτάξτε, επειδή ακριβώς είμαι πάρα πολύ μορφωμένος γνωρίζω και ότι είναι αδύνατον να κρυώσατε για τέσσερα δευτερόλεπτα που έκανα να αλλάξω το τασάκι. Και μάλιστα την πόρτα δεν μπορούσα να την κλέισω γιατί κρατούσα το δίσκο και στο άλλο χέρι ένα ποτήρι και το τασάκι. Γι' αυτό ας μην το κάνουμε θέμα"
"Είσαι αυθάδης και αγενής!"
Εκείνη τη στιγμή πετάγεται το κόκκινο χελωνονιντζάκι (ένας τύπος με κόκκινη μπλούζα και ελαφριά καμπούρα) και της φωνάζει:

"Σκάσε μωρη κλώσσα το πρηξες το παιδί, του 'χει πέσει το χέρι. Κάθε μέρα έρχομαι εδώ με τη γυναίκα μου και είναι το πιο ευγενικό παιδί από όλους. Δε βλέπεις τόση ώρα πως σου μιλάει;"

Εγώ νομίζω για λίγο φωτοβόλησα από περιφάνεια αλλά δεν το έδειξα.
"Νομίζω ότι είστε υπερβολική."
"¨Ακουσε να σου πω νεαρέ, εγώ στη δουλειά μου 32 χρόνια όταν ο καθένας έρχεται και με βρίζει το βουλώνω και δεν απαντάω. Και συ το ίδιο να μάθεις να κάνεις."
"Συγγνώμη αλλά εάν εσεις δεν ξέρετε να κάνετε τη δουλειά σας δε φταίω εγώ. Εμένα όταν ο καθένας έρχεται και με βρίζει επειδή νομίζει ότι είναι κάτι σπουδαίο πολύ απλά του χαμογελάω και τον κάνω να το βουλώσει."

Αυτή κατακόκκινη, οι φίλες της να φωνάζουν να φέρω τον υπεύθυνο και το μισό καφέ να χειροκροτάει.
"Βεβαίως θα τον φωνάξω να με κάνει ντα..."
Αρκεί να σας πω ότι στο φευγιό των πελατών που έζησαν τη σκηνή ένιωσα για λίγο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Όλοι έρχονταν να μου σφίξουν το χέρι και να μου πουν συγχαρητήρια. Ο υπεύθυνος δε μου είπε τίποτα (για καλή του τύχη) και κατέβηκαν δυο παληκάρια κολλητοί ενός από τα αφέντικά και εγγυήθηκαν για την ειλικρίνεια και την ευγένειά μου.

Τα περιστατικά πολλά. Γενικά ο κόσμος σε αυτή τη χώρα νομίζει ότι του ανήκει το σύμπαν και πιστεύει ότι όλοι οι υπόλοιποι του χρωστάνε. Έλεος δηλαδή. Συμμαζευτείτε.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

hahahahahahahha teleiooo!!! kala xigithikes!

kogi είπε...

Ωραίο post/Ωραίο template.. =]

Ephee είπε...

Και που να πέσεις σε γεροντοκόρες φίλε..
(αν και φαντάζομαι θα έχεις πέσει)
Προτείνω να δεις Bernard Black στη σειρά Black Books. Ο πελάτης δεν έχει ποτέ δίκιο. ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ!