Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ευχάριστο μουσικό διάλειμμα

Το εννοώ. Δε θα κράξω. Δε θα κάνω τίποτα. Μόνο θα σας αφήσω να απολαύσετε τον ορισμό της χαράς και της ανεμελιάς που έχω την τιμή να ζω στο παιδικό. Αφιερωμένο στον Παστίτσιο.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάθεμα την ώρα (part 2)


Μπήκα στο λεωφορείο. Πήρα ένα από τη μισή ντουζίνα που σταμάτησαν. Όλα κέντρο πάνε. Από μέσα μου χειροκροτούσα την επιλογή μου. Ήταν κουλάτο και όμορφο και δε βρωμούσε. Το πενηντάλεπτο για το εισιτήριο έπαιζε εδώ και ώρα στο χέρι μου. Δεν ίδρωναν τα χέρια μου ρε. Ευτυχία. Και εννοείται ότι όταν σου δίνεται η ευκαιρία να γίνεις γυναίκα έστω και λεπτά, όταν βιώνεις αυτή την απόλυτη ευτυχία του ψαξίματος ενός γυναικείου συρταριού παύλα ντουλάπας χωρίς φόβο να τις φας, επιβάλλεται να διαλέξεις να φορέσεις φούστα. Οτιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός. Και όποιος αναρωτήθηκε για τους τσολιάδες σας το λέω με το χέρι στα αεριζόμενα μπούτια μου: οι φούστες είναι η καλύτερη εφεύρεση μετά το brazilian.  


"Ίσως τελικά να έχει γούστο η ιστορία" σκέφτηκα αλλά μετά θυμήθηκα το πόσο χάλια θα αισθανθώ έτσι και με χαιρετήσει ο εαυτός μου από καμιά γωνία. Κάποια ταχύτατα δευτερόλεπτα ντροπής πέρασαν από μπροστά μου με τη μορφή εικόνων. Όταν κοιμήθηκα είχα κάνει ντουζ; Εγώ μες στην ατυχία μυο έπεσα σε καθαρή γκόμενα. Και λεσβία. Συγκεντρώσου. Καταστροφή. Λίγα δευτερόλεπτα μετά κοκκίνισα ενοχλητικά καθώς συνειδητοποίησα ότι αν υπήρχε γκόμενα στο δικό μου σώμα, θα ξυπνούσε με σηκωμάρες. Ξεφύσηξα και ευχήθηκα να μη μου κάνει χάλια το μπάνιο. 


Δεν κατάλαβα πως έφτασα. Τελικά κατάλαβα γιατί ορισμένες γυναίκες (και άντρες φαντάζομαι αλλά αυτό δεν το έχω τεστάρει ακόμη) έχουν πολύ κακή σχέση με το χρόνο: δεν ιδρώνουν. Εγώ ξέρω. Παίρνοντας το 10 για κέντρο, φτάνω όταν η μπλούζα μου δε χρειάζεται ακόμη αλλαγή. Αν μουσκέψει τελείως έχω κάνει πάνω από μισάωρο. Σαν γκόμενα πάντως όταν κατέβηκα από το λεωφορείο ήμουν όπως όταν ξεκίνησα. Καριόλες.


Έφτασα στο κτίριο και όρμησα στα γραφεία των καθηγητών. Κάπου στο δεύτερο, μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη και λίγο φως έσκαγε στον κατά τα άλλα σκοτεινό διάδρομο. Ίσως ήταν ο Μάνος με την Έλενα μέσα. Μακάρι να βρισκόταν κάπου και ο Παπασπύρου μπας και βγάζαμε άκρη. Άνοιξα την πόρτα με φούρια και αντίκρυσα τη γνώριμη τεράστια φιγούρα του Μάνου.


"Ευτυχώς εσύ είσαι εσύ..." είπα και μπήκα στην αίθουσα. Ο Μάνος με κοίταξε με ένα βλέμμα δυσπιστίας.

"Αντρέα;"
Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα έναν φριχτό πονοκέφαλο να διαπερνάει το κρανίο μου και είδα τα μούτρα του Μάνου να αλλάζουν, μια μαρμελάδα από φάτσες, άλλες αντιπαθητικές κι άλλες για μοντέλα. Και μέσα σε όλο αυτό το χάος ήξερα:
"Έλενα;" είπα χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα και ο γίγαντας κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. 
Μου έκανε νεύμα να περάσω μέσα και μου έδειξε το γραφείο μου. Επάνω του κούρνιαζαν ένα περιστέρι. Και ένα ρακούν. Σκατά.

Κοίταξα τον "Μαλένο" με μούτρα βουτηγμένα στην απελπισία. 


"Ποιος είναι το περιστέρι και ποιος το ρακούν;" ρώτησα και τα ζώα γύρισαν να με κοιτάξουν με ένα βλέμμα όλο μίσος. 

"Το χειρότερο είναι ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει μια Ελένη με μυαλό περιστέρας που τριγυρνάει σαν την άδικη κατάρα" είπε ο Μαλένος.
"Και τρώει από κάτω," έκανα με μια έκφραση αηδίας και παραξενεύτηκα. Ήταν μια άκρως γυναικεία σκέψη. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει τη σπονδυλική στήλη μου. Αν υπήρχε οποιουδήποτε είδους σύγχυση μεταξύ των προσωπικοτήτων ή ακόμη χειρότερα έστω και η παραμικρή σύντηξη, ήμασταν επίσημα χαμένοι. 

Ένιωσα να ιδρώνω για πρώτη φορά. Δικό μου χαρακτηριστικό. Αν οι αυθεντικές προσωπικότητες των τωρινών μορφών μας κρύβονταν πίσω από ένα πέπλο ασυναρτησίας και κατάφερναν συναρτήσει του χρόνου να βγαίνουν στην επιφάνεια, η λογική πρόσταζε ότι ο χρόνος δε μας περίσσευε. Είμαι αρκετά εγωιστής ώστε να μη θέλω να χαθεί ο Αντρέας στα βάθη της αβύσσου Μαίρης (αν θυμάμαι καλά) αλλά από την άλλη αρκετά άντρας για να σκέφτομαι ότι τουλάχιστον θα έχω ωραίο κώλο για καμιά δεκαετία ακομη. Και μετά θυμήθηκα ότι είμαι λεσβία. 


Λίγο πριν χαθώ σε ένα καλάθι με ασυνάρτητες σκέψεις που πιθανότατα ήταν προϊόν της θηλυκής μου υπόστασης ο Μαλένος μου χτύπησε τον ώμο. 

"Κάτι θέλει το ρακούν", είπε.
Γύρισα προς το μέρος των ζώων και με έκπληξη διαπίστωσα ότι στέκονταν πάνω σε μια κόλλα Α4. Ο Μάνος άνοιγε τρύπες με το ράμφος του και κάθε τόσο κοντοστέκοταν για να τσεκάρει το αποτέλεσμα. Το ρακούν - δηλαδή ο Παπασπύρου - ανασήκωνε το χαρτί για να περνάει πιο εύκολα το ραμφος. Σιγά σιγά σχηματίστικε η λέξη:
"ΜΕλΑΣι"

Το ρακούν -που πλέον ορκίζομαι ότι παίρνει ανθρώπινες εκφράσεις- μου πλάσαρε το χαρτί και περίμενε γεμάτο ανυπομονησία. Εγώ πάλι δεν κατάλαβα τίποτα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, το ρακούν βάρεσε μια φάπα το περιστέρι -το ορκίζομαι πάλι, ήταν ξεκάθαρη σβερκόμπατσα- και το "ΜΕλΑΣι" έγινε "ΜΕλΑνι". Ο Μαλένος έτρεξε στο συρτάρι με τους μαρκαδόρους και βρήκε ένα μελανοδοχείο. Το άφησε ανοιχτό πάνω στο γραφείο και το ρακούν βούτηξε τη δεξιά του πατούσα μέσα. 

Αργά και σταθερά σχηματίστηκαν οι λέξεις:


"Δείτε στο ημερολόγιο, μια εβδομάδα πριν"


Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ω, ει, τω, τα λάθει.

Πότε κάτι είναι "πολύ";

Και τι είναι το "λάθος";

Το λάθος αντίκειται σε μια πραγματικότητα ή σε μια έννοια;

Μπορεί κάτι να είναι "πολύ λάθος";

Too many mistakes λένε οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες και στο μυαλό τους το λάθος είναι έννοια μετρήσιμη. Πολλά τα λάθη. Μεγάλο λάθος. Τα μετράμε δηλαδή, κι εμείς κι αυτοί και πιθανώς όλοι. Και φαντάζομαι τα μαζεύουμε κάπου, σε μια έξυπνη ντουλάπα που τα κρατάει καταχωρημένα σε μασούρια. Κι άμα γεμίσει και δει ότι πάμε προς κορεσμό, παίρνουμε τα παλιότερα και τα καίμε και δώστου καρφί προς την εξιλέωση.

Άμα είναι μετρήσιμα τότε την έχουμε κάτσει. Γιατί κακά τα ψέμματα αν καθίσουμε σοβαρά να μετρήσουμε σπυρί σπυρί πως στην ευχή του Αλλάχ έφτασε η Ελλάδα σε αυτό το χάλι δε θα ξαναδούμε το φως του ήλιου.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι οτι συνεχίζουμε ακάθεκτοι το spiraling downwards και βρίσκουμε κιόλας ξώφαλτσα στα λοιπά βραχάκια που συναντάμε στο δρόμο μας.

Για μένα θα φταίει μια ζωή ο Έλληνας. Και όχι, ο Ελληνάρας. Εκλιπαρώ σας, είναι λάθος να πέφτουμε στην παγίδα να θεωρούμε ότι ο Έλλην υπήρξε ποτέ κάτι το διαφορετικό από τον "Ελληνάρα" και τις λοιπές λυτρωτικές λεξιπλασίες. Είναι ένα και το αυτό. Η ταύτιση θα έπρεπε να μας ντροπιάζει τρόπον τινά (αν και σωστότερο ρήμα είναι το "θα όφειλε") αλλά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά το προαναφερθέντος θεότρελλου Σελλού να στέκει άμεμπτος στο βρισίδι. Είμεθα ανώτεροι πως να το κάνουμε.

Αυτό που με τρελαίνει είναι το κομματισμένο μυαλό του Έλληνα. Είναι διαμελισμένο σε κβάντα, λες και υπάρχουν στεγανά στη σκέψη και την ελευθερία του μυαλού - μείνετε ήσυχοι, θα τα βάλει όλα ο Έλλην. Και φυσικά επειδή τα κβάντα αδυνατούν να πάρουν πολλές τιμές γιατί τέλος πάντων έτσι τα όρισε ο Βραχμαπούτρα, έτσι κι ο Έλλην ψάχνει να βρει αυτές τις κοσμοθεωρίες που δρουν θετικά απέναντι στον εφυσηχασμό της ψυχικής του ταραχής κι ετσι καθάρισε και η ντουλάπα να πούμε και όλα βαίνουν καλώς.

Εκεί που βρίσκω τον εαυτό μου να παλεύει με τον εαυτό του είναι στο κατά πόσον οφείλουν τα διαφορετικά άτομα (γιατί σίγουρα υπάρχουν και αυτά) να βοηθήσουν. Στη χώρα που ευνοεί τη μετριότητα και την παγαποντιά, στη χώρα που ο τίμιος είναι μαλάκας και ο μαλάκας ανάγεται σε εθνικό σύμβολο, τι ευθύνη έχουν οι σκεπτόμενοι διαφορετικά πολίτες;

Δεν ξέρω αν είμαι "διαφορετικό άτομο" αλλά είμαι σίγουρα "σκεπτόμενος διαφορετικά πολίτης" και το παίρνω όλο στην πλάτη μου το παρακάτω: Μπορεί να κβαντίζομαι ανελέητα σε τούτη δω την περίοδο αλλά εγώ για την Ελλάδα της Πάολας και του Παντελίδη, την Ελλάδα της υποκρισίας και της γυφτιάς, την Ελλάδα της Παναγίας κι ο θεός μαζί μας, δε δίνω δεκάρα.

Αν και με τα ρητά δεν τα πάω καλά, βρήκα ένα τόσο σωστό:
Είμαι απαισιόδοξος λόγω νοημοσύνης αλλά αισιόδοξος επειδή το επιλέγω.

Και όσο και να το επιλέγω πάντα υπερισχύει η νοημοσύνη γαμώ το φελέκι της γαμώ. Όβερ και άουτ να πούμε.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ανάθεμα την ώρα (part 1)

Μακράν η πιο ηλίθια ερώτηση που μπορούν να σου κάνουν: "Μπορώ να δω λίγο το κινητό σου;"
Κι επειδή συνήθως δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα λέω, "Ναι, ελεύθερα." Μέγα λάθος. Σήμερα ξύπνησα με το soundtrack των Star Wars στη φάση που σκάει ο Vader στο Death Star και τον υποδέχονται όλοι σα στρατιωτάκια ακουνητα-αμίλητα-αγέλαστα. Ένα απλό "ντριν" ήθελα. Το πιο πολύπλοκο πράγμα που θα 'θελα να με ξυπνήσει είναι το διπλό ή και τριπλό ντριν. Από κει και πέρα, οποιαδήποτε προσπάθεια αφύπνισης καταντάει λουκουμάκι για τα ήδη ζορισμενα νεύρα μου. Χώρια που η λογική πίσω από αυτό το πείραγμα των ρυθμίσεων ενός προσωπικού αντικειμένου μου διαφέυγει αλλά ας μην το κάνουμε θέμα. Το χειρότερο είναι ότι αφού κάνουν τη μαλακία, στο πετάνε σε ανύποπτο χρόνο, όταν έχεις το νου σου στις προχτεσινές μάχες ας πούμε, σαν να μην υπάρχει μια πιο διαυγής στιγμή για να σου ξεκαθαρίσουν ότι σου γάμησαν το κινητό.
"Κάτι έκανα με τους ήχους σου, δες το λίγο μετά, κάτι πάτησα..."
Και επειδή εκείνη την ώρα είσαι στην περιγραφή του τρίτου random encounter στο χτεσινό D&D session από το οποίο εννοείται πως έλειπες, απλά λες "οκ" και το αφήνεις. 

Ξύπνησα, μετά δυσκολίας και ταχυκαρδίας με τη γνωστή γεύση παπούτσι-παντόφλα από τα τσιγάρα. Πόσο μπορεί να κάπνισα εχτές; Άπλωσα νοητά το χέρι μου να ανάψω καινούριο. Οχτώ ώρες χωρίς τσιγάρο; Όπως λέει και ένας φίλος, στο μισάωρο πάνω "έτσι όπως πάμε θα το κόψουμε μαλάκα". Έπιασα ένα πακέτο Καρέλια. Μετά συνειδητοποίησα ότι το σήκωσα από το πάτωμα. Τι στο καλό; 

Εγώ μόνο Gauloises κόκκινο. Και έχω κρεβάτι. Δεν κοιμάμαι πάνω σε ένα στρώμα στη μέση του δωματίου. Που είμαι; Καρέλια; Τι γίνεται; Το άναψα το ρημάδι να πάει στο καλό αλλά μετά θυμήθηκα το εξής παράδοξο. Δεν καπνίζω. Ποτέ δεν κάπνισα. Και σίγουρα όχι gauloises. Έψαξα νοερά για το τασάκι, μια χειρονομία που έχω κάνει γύρω στις τέσσερις φορές στη ζωή μου και το έσβησα αηδιασμένος.

Ψάχτηκα λίγο. Φορούσα κάτι τραγικές ριγέ πυτζάμες που δένουν με λάστιχο στο μπατζάκι. Μ'έπιασε κατούρημα. Σηκώθηκα. Δεν είχα πιει την προηγούμενη. Καλό αυτό. Πολύ απαίσια γεύση όμως. Πήγα μηχανικά από το δωμάτιο στο χωλ και έστριψα δεξιά. Προσπέρασα την κουζίνα λέγοντας ένα "μρμργειαμφνγμερα" χωρίς να είμαι σίγουρος για το αν υπήρξε αρσενική, θηλυκή ή και καθόλου απάντηση και μάζεψα τα μαλλιά μου πάνω. 

Δεν έχω μακριά μαλλιά.

Τι σκατά; 

Καθομαι στην τουαλέτα και αδειάζω. Α, αυτό το πρωινό κατούρημα. Αυτή η απελευθέρωση του προστάτη είναι όλα τα λεφτά. Άραγε οι γυναίκες νιώθουν αυτή την ελευθερία; Χάζευα τη ροζ πυτζάμα με τα αρκουδάκια όταν συνειδητοποίησα ότι κάτι ακουμπούσε ενοχλητικά στην κοιλιά μου και τσίτωνε τη μπλούζα. Α, τίποτα τα βυζιά μου.

ΤΑ ΠΟΙΑ;

Πετάχτηκα όρθιος κάνοντας τον τόπο χάλια και κοιταχτηκα στον καθρέφτη με ένα τεράστιο άγχος. Τα μούσια μου ήταν εκεί, τουλάχιστον για τα λίγα δευτερόλεπτα που κοιτούσα. Το πρόσωπό μου ήτα μια μίξη από άλλα πρόσωπα, διαφορετικά αλλά όλα πάνω κάτω ίδια μεταξύ τους. Θέλω να πω, πρόσωπο είνα, κάποια στάνταρτς όπως μύτη με δυο ρουθούνια και υγρά μάτια τα καλύπτει. Και όσο έβλεπα το μυαλό μου να περιστρέφει εικόνες από μπερμπάντικα προσωπεία που άλλαζαν με ασύλληπτη ταχύτητα τόσο αναρωτιόμουν για τη ματαιοδοξία του ανθρώπινου νου να χαζεύει στον καθρέφτη μια πολυκαιρισμένη μούτα.


Μετά η τουαλέτα ήταν ο σταθμός των τρένων κι εγώ κρατούσα μια βαλίτσα που είχε μέσα κάτι μαλλιαρό απ' όσο θυμόμουν, αλλά στην πραγματικότητα ίσως να μην το θυμόμουν αλλά απλά να ήταν κάτι που ήξερα από ένστικτο κι ύστερα βρέθηκα για άλλη μια φορά στην γνώριμη αλλά αγνωστη τουαλέτα με μια συγκεκριμένη σωματική δομή η οποία για το καλό της ψυχραιμίας μου είχε μόνο ένα σετάκι από αναπαραγωγικά όργανα και ήταν όλο του ίδιου πακέτου. Θηλυκό μεν, αλλά εντάξει. Γλιτώνω τον κλονισμό. Μη μου' ρθει περίοδος μόνο. Γαμώτο. Αφού έπλυνα μούτρα, δόντια -ωραία δόντια- άρπαξα μερικές σερβιέττες από το μπάνιο και έφυγα για το δωμάτιο στο οποίο είχα ξυπνήσει.


Έριξα τα μαλλιά στα μούτρα σε περίπτωση που όντως άλλαζα φάτσες κάθε νανοσεκόντ και έδωσα ρότα για το δωμάτιο. Το σπίτι ήταν σχετικά μεγάλο οπότε θα μπορούσε να ναι οικογένεια. Ήμουν γύρω στα 25 από ότι μπόρεσα να καταλάβω και αρκετά...καλό κομμάτι. Ναι, ας το θέσω έτσι.  Άνθρωπος μπροστά. Την πάτησα. Ας είναι άντρας, έχει σκοτάδι και δε βλέπω καλά. Ας είναι πάνω από 55 και ας τον λένε "μπαμπά" και ορκίζομαι δε θα ξαναφορέσω ποτέ διαφορετικές κάλτσες.


Τέλεια. Είναι γυνάικα. Σκατά. Ωραία γυνάικα. Σκατά σκατά σκατά. Κι έρχεται προς το μέρος μου. Μια χαρά και δυο τρομάρες. Αδερφές ελπίζω. Έχει και μια κούπα που αχνίζει την οποία ακουμπάει στο κομοδίνο δίπλα στην πόρτα για το δωμάτιο μου και της χαμογελάω. Μου χαμογελάει και αυτή. Τ-έ-λ-ε-ι-α.


"Πως κοιμήθηκες, μωρό;", μου πετάει ξαφνικά κι έχω μείνει παγωτό. Αφενός γιατί είμαι προφανώς λεσβία και σκατά-σκατά-σκατά-σκατά, αφετέρου γιατί είμαι σίγουρος ότι αν μιλήσω θα βγει κάτι σε αντρουά μπασίλα. Δεν άρθρωσα λέξη από την ώρα που ξύπνησα και με αυτά που συμβαίνουν δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για τίποτα. Εκτός από ένα πράμα.


Την κόλλησα στον τοίχο και τη φίλησα. Όχι, ότι είμαι και τίποτα σπουδαίο αλλά δυο-τρεις γκόμενες που είχα μου το 'χαν κάνει το κοπλιμέντο για την τεχνική. Ε, δε μπορεί κι αυτή γκόμενα είναι. Φάνηκε να ξαφνιάζεται το οποίο με βόλευε αλλά πρέπει να ταν κι αυτή λίγο εξπέρ στο άθλημα γιατί μου 'βαλε χέρι χωρίς αναστολές. Μπράβο μαλάκα.
Όχι.
Το 'χω.
Σήκωσα στα μούτρα της τις σερβιέτες και μεμιάς είδα την ξενέρα να αναγράφεται στη φάτσα της. Ευτυχώς.


Μου χαμογέλασε, μου δωσε μια στον κώλο κι εγώ, έχοντας κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, μπήκα στο δωμάτιο.


Ήθελα λίγο να τσιρίξω το παραδέχομαι. Τι σόι άντρας είμαι όμως; Τώρα θα το αποδείξω στον εαυτό μυο. Το κλασικό τρίλεπτο του βοδιού πέρασε γρήγορα, ξες αυτό που κοιτάς τον τοίχο και σκέφτεσαι ο,τι χαζομάρα σου κατέβει στο κεφάλι. Κι εκεί που προσπαθούσα να θυμηθώ αν ήρθε ένας μάυρος τις προάλλες στο σπίτι και με ρώτησε αν θα πάρω το μπουρδελί ή το βεραμάν χάπι θυμήθηκα τι σόι άντρας είμαι.


Μεταπτυχιακός φοιτητής που το προηγούμενο βράδυ έκανε κάποιο πείραμα. Νομίζω δηλαδή. Σκατά. Βουρ για το πανεπιστήμιο. Στην τελική ένας άνθρωπος εκεί θα με ακούσει. Ελπίζω.