Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κέρναν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κέρναν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα

"Αρκεί μια μάσκα. Μια μάσκα που θα κρύβει τη φρίκη του μυαλού μου," μου είπε.

"Τόσες έχουμε, Κέρναν," του είπα. Εκείνος άφησε το μειδίαμά του να μου απαντήσει. "Δε θέλεις μια μάσκα της φυλής;"

"Θέλω μια μάσκα που να τη φοράω συνέχεια. Να μάθει τις ουλές στο πρόσωπό μου. Να γίνει ένα με μένα, να μην με ξεχωρίζουν. Κάτι που να με κάνει αρεστό. Να μην τρομάζουν όσοι με βλέπουν. Γιατί όσοι επιλέξουν να με μάθουν καλά, θα είναι είτε γιατί είναι εχθροί μου ορκισμένοι, είτε γιατί αναζητώντας την καλή παρέα, βρήκαν έναν αδερφικό φίλο."

"Δεν γνωρίζω που θα βρεις μια τέτοια μάσκα, Κέρναν. Μπορείς ωστόσο να τη φτιάξεις μόνος σου."

"Τι εννοείς;" είπε και γύρισε και με κοίταξε με το σκληρό του βλέμμα. Αυτό το βλέμμα και μόνο αρκούσε για να τον διαλέξουν οι Θεοί. Αλλά τότε δεν τον ήξεραν ακόμη.

"Δεν υπάρχει πηλός τόσο έυπλαστος όσο η ανθρώπινη σάρκα, Κέρναν."

"Ανοησίες..."

"Γιατί αμφιβάλλεις;"

"Η σάρκα είναι άχρηστη, μάγε. Γερνάει και σαπίζει. Εύπλαστη;" Κάγχασε και σείστικε το δέρμα που κάλυπτε την είσοδο της σκηνής. "Τότε γιατί δεν αντιστέκεται στα μαχαίρια; Γιατί δε σκληραίνει σαν ασπίδα στη μάχη; Γιατί δε θυμίζει σε τίποτα αυτό που ήσουνα παιδί;"

Εγώ απλά χαμογέλασα.

"Κέρναν, σε οδηγεί η φλόγα του μίσους. Θα πάψει κάποτε να το ξέρεις. Αν δεν το αποβάλλεις, θα έρθει η οργή. Οργή που δύσκολα θα τιθασεύσεις."

"Η φλόγα είναι φλόγα, όπως το πες. Αυτή με οδηγεί και ας καώ. Πρότεινέ μου λύση τώρα!"

"Φτιάξε μια μάσκα τότε, κρύα και σκληρή. Μια δεύτερη ζεστή και μαλακή. Και άλλη μια ήπια και γελαστή. Και όσο επιβιώνεις, φτιάχνε μάσκες και άφηνε τες να καλύψουν το πρόσωπο μόνο γιατί το σώμα θα φέρει σημάδια από όλα τα δαιμόνια που φτιάχνουν τον Κέρναν. Μόνο πρόσεχε πολεμιστή. Ευχή και κατάρα σου δίνω."

"Μίλησες σωστά, μάγε. Σε ακούω."

"Να θυμάσαι να βγάζεις τη μάσκα τη νύχτα. Τη νύχτα που αφήνεις τον ύπνο να σε πάρει, μην του επιτρέψεις να σε δει ψεύτικο, βρώμικο, βαρετό. Μείνε γυμνός γι αυτόν. Άφησε τον να ξέρει ποιος είσαι. Γιατί, Κέρναν, οι μάσκες είναι καλές αλλά είναι φτιαγμένες από σάρκα. Και η σάρκα με τη σάρκα συγγενεύει και έρχεται και δένει και κολλάει σφιχτά. Και όταν πολεμιστή δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα προσωπεία αναμεταξύ τους, τα βράδια που κοιτάς τ' αστέρια, το βάρους του ουρανού γίνεται πολύ μεγάλο ξαφνικά.

Και τώρα πήγαινε γιατί πρέπει να ετοιμάσω το συσσύτιο."

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Νομάδες

"Τότε εμείς ένα πράγμα ξέραμε. Ακολουθούσαμε το ποτάμι κι όπου μας έβγαζε. Πάντα περίμενε γη εύφορη στο ξέβρασμα και μαλακός καιρός. Η υγρασία δε βοηθούσε πουθενά βέβαια αλλά είχαμε στη διάθεση μας τροφή και ξύλα. Κάθε χειμώνα μαζεύαμε στις αμαξαποθήκες τα εφόδια για το ταξίδι που θα κάναμε τον υπόλοιπο χρόνο.


Υπήρξαν και μάχες. Δεν ήταν πάντα θριαμβευτικές. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να τύχει στους νομάδες. Να ξεκληριστούν στο ταξίδι. Γιατί είχε συμβεί και αυτό. Γινήκαμε δέκα χιλιάδες κάποτε και αποδημήσαμε. Για την πρώτη ξέρουμε ότι έγινε το βασίλειο στο Βορρά. Η δεύτερη και η τέταρτη ξεκληρίστηκαν όπως το φερε η μοίρα τους. Η πέμπτη με την τρίτη ενώθηκαν κατά τη διάρκεια του μεγάλου χειμώνα την εποχή της στάχτης.


Είχε μεγάλο αντίκτυπο η στάχτη στους νομάδες. Τα δαιμόνια ξέρναγαν φωτιά και λάβρα μέσα από αναχώματα στην επιφάνεια της Πράσινης Κοιλάδας. Οι πυρκαγιές ξεσήκωσαν στάχτη που κάλυψε το φως για δυο εποχές. Γινήκαμε βορά στα θηρία ων βουνών που κατέβηκαν βίαια από φόβο μη χάσουν την τρεμάμενη γη κάτω από τα πόδια τους. Κουνούσε συχνά. Η Πράσινη Κοιλάδα γίνηκε ένας γκρίζος θολερός λεκές στη μέση ενός ταλαιπωρημένου δάσους.


Τότε αποφάσισε η έκτη χιλιάδα, που τότε είχε μόνο τους μισούς απόσους όταν ξεκίνησε, να κινήσει νότια, να βρει τις τελευταίες. Η έβδομη, δηλαδή εμείς, τους βρήκε στα μισά του δρόμου. Μας δείξανε πως να δουλέυουμε σε θαλάμους τη μουτζούρα, αυτό το μάυρο σκληρό πράγμα που απομένει όταν κάψεις το ξύλο όσο δεν πάει αλλά πριν γίνει στάχτη και χαθεί. Εμείς τους δώσαμε φαγητό που είχαμε μπόλικο κι έτσι ενώθηκαν η έκτη και η έβδομη χιλιάδα.


Γρήγορα μάθαμε για το βασίλειο του Βορρά.  Πολλοί τους κατηγόρησαν ότι βολεύτηκαν. Η φυλή μας δεν τη δέχεται τη στάση. Τη θεωρεί λίμνασμα. Άλλοι είπαν πως καλά έκαναν και πως κι εμείς πρέπει να καταλήξουμε σε τόπο γερό και όμορφο. Η μοίρα παίζει παιχνίδια δύστροπα. Δε χωριστήκαμε γιατί οι νομάδες ακούν και σέβονται όλες τις απόψεις.


Όταν φτάσαμε στο ξέβγαλμα του Μολγαδά, μάθαμε για την απειλή. Μάγοι απειλούσαν να ξεσηκωθούν και να θάψουν τους νομάδες. Μάγοι από το βαρύ Βορρά, εκεί που η νύχτα είναι σχεδόν μόνιμη και τα θηρία δεν κοιμούνται ποτέ. Και εκεί φάνηκε η μεγαλοψυχία του Κέρναν. Γιατί ήταν ο μόνος που σηκώθηκε γύρω από τη μεγάλη φωτιά και ζήτησε να ενωθούν ξανά οι χιλιάδες. Γιατί είχε γιο και κόρη να χάσει. Τη γυναίκα του την πήρε η αρρώστια της στάχτης. Αλλά σηκώθηκε και ο γιος, πέντε μονάχα καλοκαίρια στην πλατούλα του και φώναξε "Ολούμ!" που στην παλιά τη γλώσσα σήμαινε "πατρίδα".


"Ολούμ" λοιπόν.


Για μια πατρίδα ανέβηκαν οι νομάδες στο Βορρά, ενωμένες με τρόπο μαγικό. Ήταν η ανάγκη να καταλαγιάσει το πνεύμα της Ρέα σε τόπο γερό και όμορφο; Ήταν η ανάγκη των νομάδων να νιώσουν λιγότερο μόνοι;


Δεν ξέρω μικρέ να σου πω. Εμείς τότε ένα πράγμα ξέραμε. Ακολουθούσαμε το ποτάμι κι όπου μας έβγαζε. "