Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Αχ, αυτά τα ατίθασα νιάτα!

Ξέρω ότι ίσως έχω μια εκνευριστική τάση να προαναγγείλω τα κείμενά μου. Είναι ίσως το 'αντί προλόγου' αλλά και επίσης ότι δε θα ανεβάσω κάτι το οποίο δεν πληρεί κάποιες προϋποθέσεις. Βέβαια το επόμενο κείμενο είναι κομματάκι ζόρικο. το βρήκα κάπου πεταμένο στη μετακόμιση, ομολογώ ότι είμαι γαϊδούρι και ότι το έψαχνα καιρό και μετά από κάποιο διάστημα απελπίστηκα και το θεώρησα χαμένο. Είχα στεναχωρεθεί χωρίς να ξέρω το λόγο μέχρι που το ξαναδιάβασα.

Θα το αφήσω στην κρίση σας. Επισημαίνω ότι γράφτηκε όταν ήμουν 16 (μάλλον) και ότι έχει άπειρα λάθη τα οποία και θα διορθώσω. Αυτό που μου προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο συμβολισμός που έχει. Δε με είχα ικανό για κάτι τέτοιο. :P

Anyways, enjoy!


'Είσαι;'
'Είμαι;' αναρωτήθηκε. 'Μέσα,' αποκρίθηκε τελικά. Έβγαλε από την τσέπη του το κουμπί που κρατούσε κρυμμένο τους τελευταίους μήνες και το έδωσε στον Ψηλό. Ήταν ένα μέτριο σε ομορφιά κουμπί, όχι ιδιαίτερα ακριβό απ'όσο μπορούσε να θυμηθεί και αν κάποτε υπήρχαν έστω και ίχνη από κάποιον οίκο, κάποια βιοτεχνία κουμπιών, ακόμη και αυτά είχαν από καιρό εξαφανιστεί. Για κουμπότρυπες ούτε λόγος.
    
Τα μάτια του Ψηλού γυάλισαν και γύρισε στο Φίλο του.
'Έτοιμος;'
'Έτοιμος,' απάντησε καταφατικά ο Φίλος. Ο Ψηλός έσπασε το κουμπί στη μέση και έδωσε στο Φίλο του το ένα κομμάτι.
'Με το τρία...,' είπε ο Ψηλός και έκατσε αντίκρυ στον Φίλο του.
'Δικό μου τρία ή δικό σου;' ρώτησε με απορία.
'Δικό σου ήταν το κουμπι. Δικό σου και το τρία,' αποκρίθηκε ο Ψηλός με ένα πετάρισμα του αριστερού του βλέφαρου.
'Ένα....'
'Δύο...'
'Τρία...'
Και αμέσως έφαγαν, χωρίς να το μασήσουν, το μέρους του κουμπιού που ανήκε στον καθένα.

Τα πάντα γύρω τους κινούνταν σε πολύχρωμους πρωτότυπους ρυθμούς, το περιβάλλον ένας ορυμαγδός από ψεύτικα θολά καρέ, ο χωρόχρονος ένα κολάζ από ανόητες αναμνήσεις. Οι παλιές έσκαγαν με δύναμη στην άκρη, διαμελίζονταν σε σταχτί κομμάτια και πλημμύριζαν το μυαλό τους με νέες, φρέσκες, διαφορετικές. Εικόνες. Σκηνικά. Φώτα. Προδοσία. Λαίλαπα. Ανάμεσα στις νέες μνήμες μια πιο έντονη, όμοια και στους δυο λαμπύρισε στο βάθος.

Βίαιες κινήσεις, πόνος στους καμπτήρες και τα χέρια του Φίλου μπήγοντας σε μια ήδη ματωμένη σάρκα ένα κομμάτι από μπουκάλι μπύρας που βρήκε παράμερα. Ο Ψηλός κρατούσε τσίλιες.
'Άντε ρε μαλάκα, τελείωνε, οι μπάτσοι έχουν ειδοποιηθεί.'
Ο Φίλος σηκώθηκε ευχαριστημένος με το θέαμα και φώναξε τον Ψηλό.
'Έλα να δεις.' Το σοκάκι ήταν θεοσκότεινο και μύριζε σκουπίδια και χυμένα έντερα.
'Αυτός είσαι. Έχεις τρία λεπτά να πάρεις το μαλλί πριν μας την πέσουν,' αποκρίθηκε ο ψηλός. Ο άλλος άνοιξε μια τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί του και άρχισε να ξυρίζει το σκοτωμένο πρόβατο. Έχωσε τα μαλλιά του πρόβατου στην τσάντα του και έκανε ένα βιαστικό σήμα στον Ψηλό.

Εκείνη τη στιγμή όλα σταμάτησαν. Μια δίνη παρέσυρε τα σώματα τους σε ένα βίαιο παραλήρημα ισορροπίες. Απότομες κινήσεις τράνταζαν τη βάση της σπονδυλικής στήλης. Το σκηνικό μια απερίγραπτη μουτζούρα που άλλαζε χαρακτήρα με αστραπιαία ταχύτητα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάλαβαν. Έτρεχαν. Απίστευτα έντονα, αγχωμένα, σταγόνες ιδρώτα να χάνουν την επαφή με τη σάρκα και να κουτουλάνε ατσούμπαλα στο έδαφος. Το ερώτημα έστεκε αναπάντητο.
'Ρε μαλάκα γιατί τρέχουμε;'
'Δεν ξέρω Ψηλέ! Δεν έχω αυτή τη μνήμη.'
'Έχεις μήπως το μαλλί;'
'Ναι. Νομίζω. Έχω την τσάντα.'
Άρχισε να ψάχνει βιαστικά και άγαρμπα στις τσέπες της τετράγωνης τσάντα που κρεμόταν από τον ώμο του. Έβαλε το χέρι του μέσα στη μεγαλύτερη θήκη και έβγαλε έξω τα έντερα του προβάτου,
'Τι δεν πήγε καλά; Τι επιπτώσεις θα έχεις' ρώτησε ο Ψηλός με μια έκφραση αγχωμένης απορίας στο πρόσωπό του.
'Ανάθεμα κι αν ξέρω. Πρώτη φορά το δοκιμάζω,' αποκρίθηκε ο Φίλος.

Όλα συνέχισαν να κυλάνε στραβά. Η έκκριση αδρεναλίνης στο αίμα τους έκανε τις φλέβες στο μέτωπο να σφυρίζουν επικίνδυνα. Έτρεχαν ξανά.
Έτρεχαν ασταμάτητα. Τρέχουν.
'Ρε μαλάκα γιατί τρέχουμε;'
Και τότε κατάλαβαν. Οι μπάτσοι. Κανείς δεν είχε γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Ένα ολόκληρο αστυνομικό σώμα έτρεχε πίσω τους. Και μαζί μ αυτό, έτρεχε και ολόκληρη η πόλη.


(παρτ 2 μετά γιατί είναι κουραστικό να έχω ένα τεράστιο ποστ. Αποθαρρύνει τους 3 αναγνώστες μου)

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Έμπνευση #3345647442247682399


Η πραγματικότητα είναι μία: Όσο και να προσπαθείς πάντα οι καλές ιδέες είναι λίγες. Τόσο λίγες που απλπίζεσαι. Και επειδή γράφω γενικώς πολύ - κυρίως επειδή μου είπαν ότι είναι γαμάτο να γράφεις πολύ -έχω έναν διόλου ακτάδεκτο ορυμαγδό από αηδίες. Αυτό (εννοώντας το παρακάτω πράμα) ανακαλύφθηκε πρόσφατα και γέλασα τόσο πολύ με το ηλίθιο χιούμορ που με διακατέχει ώρες ώρες σας το δίνω να το απολάυσετε.

Και ναι είναι διακαης πόθος να γράψω ένα αστυνομικό και ναι επειδή ξέρω ότι μαζεύεστε μιλλούνια να με ρωτήσετε τις λεπτομέρειες, σας ενημερών ότι προέχει ένα sci-fi fantasy.


Η τελευταία της λέξη ήταν “Γαμιέσαι”. Μετά με έφτυσε και φεύγοντας από το διαμέρισμα φρόντισε να βροντήξει τη σιδερένια πόρτα με όλη της τη δύναμη. Ηλίθια αντίδραση. Για μια στιγμή πίστεψα ότι θα με πυροβολήσει. Χάζεψα το πακέτο με τα τσιγάρα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αργά και βασανιστικά έβγαλα ένα από μέσα. “Οχτώ εκατοστά γευστικού θανάτου” το αποκαλουσε. “Μπορείς εσύ να κάνεις κάτι τέτοιο με οχτώ εκατοστά πουλί;” Εγώ δεν κάπνισα ποτέ. Αλλά γελούσα με το αστείο.

Άναψα ένα και το ακούμπησα όρθιο στο γυάλινο τραπέζι. Εάν κάπνιζα, αυτό θα έκανα. Τις στιγμές της απίστευτης εκείνης μελαγχολίας που ετοιμάζεται να σε κατασπαράξει με το που κουνήσεις κατα κει, εγώ θα άναβα ένα τσιγάρο και θα κοιτούσα τη γκριζοπή αηδία να διπλώνει περίεργα στο δρόμο της προς τα πάνω. Κι ο περίεργος κιτρινωπός λεκές στο ταβάνι, σαν κατουρημένο βρακί που θα έσκαγε μύτη μετά από πολλά χρόνια; Τον συνέκρινα νοερά με το κιτρινισμένο χέρι της – μάλλον πρώην – αρραβωνιαστικιάς μου. Κατέληξα. Το ταβάνι το ξαναβάφεις.

Πήγα στο ψυγείο και άρπαξα μια μπύρα. Δεν ξέρω, εκείνο το γλυκό μπέρδεμα στο στομάχι που σου αφήνει μια καλή μπύρα στέλνει το μυαλό μου σε τρομερή εγρήγορση. Κοίταξα το πιστόλι στο τραπέζι. Το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Πεταμένα μαξιλάρια από το χτεσινό καβγά, ένα άδειο μπουκάλι ακριβό ουίσκι και ενα τεράστιο ποτήρι. Οι τρεις σφαίρες των εννέα χιλιοστών ήταν το απομεινάρι της χτεσινης οινοποσίας. Κάπου μέσα στη μέθη μου, θεώρησα ότι και οι έξι σφάιρες καλές είναι και τα παράτησα. Δεν το γέμισα. Κι εκεί στράβωσε το πράγμα.

Η άλλη ξύπνησε και με πήρε ο διάολος. Ανεύθυνος βλέπεις. Αυτή η υπόθεση με τις κατα συρροή δολοφονίες μας ρουφούσε κάθε διάθεση για ζωή. Ο διοικητής ένας ανίκανος σαπιοκοιλιάς με αστείρευτη όρεξη για λουκουμάδες και φτηνό χιούμορ. Θα ψοφήσει όπου νά ναι από βουλωμένες αρτηρίες οπότε δε σκάω. Για όνομα, είμαι τριάντα χρονών και έχω σκοτώσει περισσότερο κόσμο απ' όσο έχω γνωρίσει. Κι όμως, η καλή μου πιστεύει ότι είμαι πολύ ανεκτικός. “Καθάρματα, μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια και τέλος” συνήθιζε να λέει.

Κι εκεί κατάλαβα. Το φίλτρο από το τσιγάρο άρχισε να παίρνει. Η μπόχα του καμμένου πλαστικού δεν είναι αρκετή για να με βγάλει από το λήθαργο. Σκηνές αποτρόπαιες περνάνε σαν ταινία μέσα στο κεφάλι μου. Η μπύρα αφήνει το χέρι μου και διαλύεται σε χίλια κομμάτια τη στιγμή της κρούσης με το μάρμαρο. Ο ανεγκέφαλος εαυτός μου φεύγει προς την πόρτα ενώ δεκάδες εικόνες από φωτογραφίες των τελευτάιων θυμάτων βομβαρδίζουν το κεφάλι μου. Είναι αδύνατον να μου ξέφυγε αυτό το τόσο σημαντικό στοιχείο.

Ατελείωτες ώρες ξενυχτιού και το πρωι να βρίσκω μια μπουκάλα απο οποιοδήποτε αλκοολούχο έβρισκε μπροστά της και άδεια πακέτα. Το ποσό του εθισμού της δε μου έκανε ποτέ εντύπωση. Ούτε η ψύχωση με τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Για κάποιο λόγο λάτρευε τους κακούς. Όσο πιο καθήκι ο αντί-ήρωας τόσο πιο γαμάτη η ψύχωση. Κι εγώ ακολουθούσα σαν το στραβάδι που ήμουν, κυρίως γιατί ήταν καλή γκόμενα. Αν εξαιρέσεις τον επικείμενο θάνατο της από το τσιγάρο και το ποτό δηλαδή – κοινώς η τύπισσα βρωμούσε ανελέητα και επί μονίμου βάσεως καπνίλα και οινόπνευμα.

Η μηχανή χιλιάρα για πολλούς λόγους, ένας από αυτούς η κάυλα που είχα με τις μηχανές “να ουμ'”. Πόσο χρήσιμη – ή και μοιραία εν τελει, ποτέ δεν ξέρεις – θα μου φανεί τώρα άραγε; Το κινητό σφηνομένο ανάμεσα στο κράνος και το αυτί, ανάθεμα τον καρκίνο του, δε με ενοιαζε τίποτα πλέον. Ας βρω τη σκρόφα, την οποία όλως περιέγως έχω πλέον διαγράψει από τη ζωή μου μέσα σε δέκα λεπτά έντονης εγκεφαλικής δραστηριότητας, κι ας γίνει ό,τι θέλει.

“Ναι;” γουρούνισε ο μαλάκας.
“Σήκω, πάνε στην προβλήτα που βρήκαμε τον τελευταίο. Βρήκα το δολοφόνο μας,” του φώναξα και έκλεισα. Άκουσε, δεν άκουσε χέστηκα. Έπρεπε πάση θυσία να προλάβω να καρφώσω μια σφαίρα στο σάπιο κεφάλι της -μάλλον πρώην- αρραβωνιαστικιάς μου.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Τες πα

http://youtu.be/CRczm90Vz3U

Λινκ γιατί με εκνευρίζουν τα μούτρα του και αυτά που λέει. Δε θέλω τούτη δω η γλίτσα να μοστράρει στην υπερμπλογκάρα μου.

Μόνο εμένα μου έρχεται να τον χτυπήσω τον άσχετο;

Γι αυτό δε θέλω δημοψήφισμα. Γιατί κύριοι και κυρίες δε δέχομαι οι ΑΣΧΕΤΟΙ που ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι ξέρουν πέντε πράγματα να ψηφίσουν για το μέλλον μας.

Όχι ότι οι κυβερνώντες δεν είναι άσχετοι.

Αλλά αρνούμαι ο 60χρονος σοσιαλιστής που έριχνε ΠΑΣΟΚ απο το 70 μέχρι σήμερα να συμμετάσχει στο δημοψήφισμα. Απλά αρνουμαι.

Να μη μιλησω για τα γερόντια....

Αχ... Τες πα.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

(ΣΙΚ)

Ένα πλοιάριο λέει, μικρό, επανδρωμένο, στο αχανές διάστημα, ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία. Παρέα με άλλα αμέτρητα πλοιάρια, όλα μαζί ταξιδεύουν για του διαόλου τη μάνα. Ο πιλότος μας, μισθοφόρος, λέει, θα μπλεχτεί σε έναν μαύρο και άραχλο κόσμο τίγκα στη γλίτσα και το πισόπλατο μαχαίρωμα. Εκεί θα γνωρίσει κόσμους, πλανήτες, ξεχασμένα αστέρια, εξωγήινους, έρωτες εννοείται, τόσο δυνατούς όσο του επιτρέπει η τσέπη του και στο τέλος θα φτάσει να αναρωτηθεί για τον ίδιο του τον εαυτό.

Το ίδιο διάστημα, ένας πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός θα ξεσηκώσει τους σκλάβους ενός αστεροειδή που δουλεύουν νύχτα μέρα για να παρέχουν τα απαραίτητα σε όλον τον κόσμο εκτός από τους ίδιους.

Θα μπορούσα να συνεχίσω. Ασταμάτητα. Καινούρια ιδέα. Θα μου πεις καλά μαλάκας είσαι; Και την ανεβάζεις στο μπλογκ; Και θα σου πω, καλά μαλάκας είσαι; Σιγά τον συγγραφέα. Και θα γελάσουμε. Και μετά θα σου αναπτύξω την ιδέα, με λεπτομέρειες, και οι δολοπλοκίες και οι ίντριγκες θα σε συνεπάρουν. Και τελικά θα καταλήξω πάλι με ένα σκασμό από ανάκατες σημειώσεις που δεν ξέρω αν τελικά ταχτοποιούν το κεφάλι μου, ή αυτό που γεννιέται μέσα το κεφάλι μου.

Και τελικά αυτό που θα μείνει τι σκατά θα είναι μωρέ; Μια καλή ιδέα; Ή κάτι πoυ θα με τρώει επειδή το αγνόησα; Τι φάση τελικά;

Να το γράψω ή όχι;

Πάρτε τώρα τηλέφωνο στο 090-666-999 και ψηφίστε. Χρέωση, ένα κρουασανάκι βουτύρου η ψήφος.

PS. Check our newborn radio out: www.passa-tempo.gr
On air, next week

Εγώ Παρασκευές 15.00 - 17.00 με Djentle Intentions... ;)