Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Μα ΤΙ κάνω;



Broken, Bones and the will
Capacity to disappear in misery saves
Soaking, pain as a thrill, hate to instill
Compassion's a cage

Forgiving the father
Read the story on my skin
I'll be the martyr
Falling from his grace again

Sunken, sooner or later
We crawl our way back into our favorite hole
Drunken, swallow the savior
And follow him to hang from the highest pole

Forgiving the father
Read the story on my skin
Tell me more about the man I should have been
I'll be the martyr
Falling from his grace again
This is where the end begins


Και αφού έβρισα, ξέσπασα, έκανα τους φίλους μου να γελάνε, εξασφάλισα διαμπερές δωματιάκι στην Κόλαση με τζακούζι απο το οποίο βγαίνει καυτή λάβα, ήρθε η ώρα της πτώσης. Άρρωστος και είχα αρκετό χρόνο μόνος μου, να σκεφτώ σε τι σημείο έχω φέρει τη ζωή μου. Τώρα θα μου πεις ποιον ενδιαφέρει αλλα μαντέψτε! Δε θα μιλήσω για τη ζωή μου...(duh...) Έκανα μια περίεργη ανασκόπηση από την εποχή του Γυμνασίου και μετά. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Και μαλακία, δε θέλω να μπω στο τρυπάκι να συγκρίνω καταστάσεις της εφηβείας με καταστάσεις της σημερινής μου... πως να το πω... εφηβείας. Κάπου στην γαμημένη την πορεία έχασα το μπούσουλα. Μέτρησαν λάθος κάποιες αξίες, ίσως τα μπέρδεψα, υποτίμησα τον εαυτό μου πάρα πολύ, κάπου πίστεψα ότι είμαι εντελώς άχρηστος... Δεν ξέρω. Το μπέρδεμα μεγάλο.

Πιο συγκεκριμένα, νιώθω ότι τελείωσα εκεί. Μετά έπαψα να προσπαθώ. Για οτιδήποτε. Δεν ξέρω γιατί. Τεμπελιά. Οι βαθμοί μου έπεσαν, η συμμετοχή μου μειώθηκε, το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε σε άλλα πράγματα, πιο ψαγμένα κατα την τότε γνώμη μου. Υπάρχουν δυο σχολές. Η μια θα σου πει αναλογίσου και προχώρα. Η άλλη θα σου πει γράψτα, παρελθόν είναι, δεν αλλάζει, αναλώνεσαι τζάμπα. Συνέχισε μπροστά. Ναι, ρε γαμώτο αλλά τι στο καλό; Τι σπαρίλα είναι αυτή; Γιατί δεν έχω ενδιαφέρον για τίποτα; Γιατί δεν προσπαθώ για πράματα; Έχω εικόνα στο μυαλό μου για το τί θέλω να είμαι; Έχω διαχωρίσει στο κεφάλι μου το κλούβιο την έννοια του θέλω και την έννοια του πρέπει; Κάποτε, την εποχή που πιστεύαμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε τον κόσμο, λέγαμε, δεν υπάρχει δεν μπορώ. Υπάρχει δε θέλω. Ε, τι σκατά, εγώ τότε τι δε θέλω; Ή χειρότερα γιατί δε θέλω...;

Ποιο γεγονός ήταν αυτό που με άλλαξε, που με ώθησε να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα; Μια ζωή ήμουν πολυπράγμων. Μια ζωή με θυμάμαι να μη νιώθω ότι κουράζομαι και να έχω στην πλάτη σαράντα διαφορετικές ευθύνες. Τι σκατά συνέβη και έδωσα την άδεια στον εαυτό μου να ξεκουραστεί; Και να πάρει ευχή, είμαι αντίθετος με την ξεκούραση. Όταν κάτι σε ευχαριστεί, δεν υπάρχει κούραση. Σου μιλάει στην ψυχή, σε ηρεμεί, σε γεμίζει... Ποια κούραση και αηδίες. Ειλικρινά κάποτε θα θυσίαζα τα πάντα απο προσωπικής τερψης μόνο και μόνο για να πετύχω αυτό που θέλω. Πίστευα στον κόπο μου, στις ικανότητες μου, στο πείσμα μου διάολε! Αλλά από τότε που ξεπέταξα τα γαμημένα τα αγγλικά, όλα πήγαν στο βρόντο. Βαριέμαι στη ζωή μου δεν είπα ποτέ. Μέχρι τότε δηλαδή. Γιατί από τότε μόνο βαριέμαι λέω, δε βαριέσαι μωρέ, και τέτοιες πίπες.

Έγραψε ο Pratchett ότι ο Θάνατος νοιάζεται για τους ανθρώπους. Προσπαθεί να κατανοήσει τη λογική τους γιατί τη θεωρεί μεγαλειώδη. Και όταν ρωτήθηκε από την αδερφή του γιατί το πιστεύει αυτό, απάντησε "Γιατί κατάφεραν σε ένα τέτοιο θαυμαστό σύμπαν, να εφεύρουν τη βαρεμάρα..." Κάτι μέσα μου έχει σπάσει. Κάτι δεν είναι όπως παλιά. Έχει χαθεί η όρεξή μου, το πείσμα μου, η ξεροκεφαλιά μου... Κάπου στη διαδρομή  της ωριμότητας και της εξόδου από την εφηβεία, μια εφηβεία διαφορετική από τις άλλες, κάπου βρίσκεται ένα κομμάτι μου, κείτεται σε ένα loophole, αεικίνητο και ζωηρό όπως εγώ τότε, και περιμένει πως και πως να ξυπνήσω πάλι... Να μάθω ακόμη μια φορά να διεκδικώ, να κοπιάζω, να στίβω το κεφάλι μου, να σταματήσω επιτέλους να νιώθω ηλίθιος.

Με τρώει απίστευτα αυτό το σαράκι της ηλιθιότητας. Γιατί μετά το Γυμνάσιο επαναπαύτηκα στις δάφνες μου; Πως έιναι δυνατόν εγώ να πίστεψα έστω και για μια στιγμή, ότι τώρα έχω το δικαίωμα να χαλαρώσω; Δε με έμαθε κανείς έτσι, δε με συμβούλεψε κανείς έτσι, αλλά εγώ με το ξερό μου το κεφάλι, σε δείγμα της ανοησίας που επρόκειτο να κάνει την εμφάνισή της, τα παράτησα όλα για την ξεκούραση. Μια ξεκούραση την οποία ουδέποτε επέτρεψα στον εαυτό μου διοτί ουδέποτε χρειάστηκα. Τι σκατά πήγε τόσο στραβά και τα χω παρατήσει όλα; Νιώθω ότι απλά η ζωή μου τρέχει και γω που και που την πιάνω από το λαιμό και της λέω "πιο σιγά..." Αμ, δε γίνεται έτσι. "Θέλει τρέλλα η ζωή μας και νοστιμιά" είπε η Χαρούλα. Ναι, σκατούλες, από αυτά έχουμε, το κοκονιό (R σε κυκλάκι Forceshaken) μας δε νιώθει.

Πρέπει να σοβαρευτώ. ΕΠειδή πρέπει ή επειδή το θέλω; Κι αν το θέλω γιατί δεν το κάνω; Είμαι ανίκανος ή απλά δεν το θέλω τόσο πολύ για να το κάνω; Γαμώ τα τρια αυτά ρήματα: μπορώ, θέλω, κάνω.

Γαμώ και το μυαλό μου.

:D 

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΝΑΙ ΜΩΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ!

Ω, ναι, έχω όρεξη. Όρεξη για απίστευτο βρίσιμο. Πράγματα που μου τη σπάνε, μου τη δίνουν, μου χαλάνε την ημέρα και αν δεν πω κάτι θα σκάσω. Ελπίζω να γελάσετε εσείς οι τρεις περίπου που διαβάζετε τις πίπες μου ακόμη και αν διαφωνείτε. Ας ξεκινήσουμε.

Θα αρχίσω με τη σύλληψη του 22χρονου ΜΑΛΑΚΑ που απ'ότι φαίνεται ανήκε σε τρομοκρατική οργάνωση. Βρε καθυστερημένο όργιο, δε θα μεγαλώσει το τσουτσουνάκι σου όσο και να το τραβάς... Είναι γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων.  Δε φταίει ο μεροκαματιάρης που η ζωή σου είναι για φούντο και δεν έχεις κανένα δικαίωμα να βάζεις βόμβες και να σπας βιτρίνες και όλα τα συναφή. Σιγά που απέκτησες και πολιτική άποψη 22 χρονών όρθιος μαλάκας. Κάτσε να σαπίσεις σε ενηλίκων, να σου πατήσουν και δυο τρεις πούτσους να συνέλθεις. Θα μπορούσα να βρίζω αιώνια κάτι τέτοια μπασταρδάκια αλλά θα σταματήσω. Μήνυμα προς τους γονείς, μαζεύτε τα τσογλάνια σας, μαλάκες.

Συνεχίζω το σάπιο βρίσιμο. Κατάρα στους καθυστερημένους ποδοσφαιρόφιλους που νομίζουν ότι το να σκάσουν μύτη με τη γκόμενα στο γήπεδο είναι ένδειξη υγιούς σχέσης. Βρε καθυστερημένε ανεγκέφαλε. Ας παραλείψω το γεγονός ότι Κυριακή μεσημέρι επέλεξες να πας στο γήπεδο. Δε με ενδιαφέρει αυτό. Σε άλλο ποστ ίσως αποφασίσω να ξεράσω στον τάφο σας. Και θα χαρώ πάρα πολύ τον πρώτο μαλάκα που θα τολμήσει να πιστέψει οτι μπορεί να μου πάει κόντρα. Αλλά ξαναμαναλέω δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ας επικεντρωθούμε στην προσπάθεια που κατέβαλαν τα εναπομείναντα πέντε εγκεφαλικά σου κύτταρα να σου περάσουν την πεποιήθηση ότι το να πάρεις μαζί σου το θεόμουνο στο γήπεδο είναι κάτι το γαμάτο. Βρε καθυστερημένε ανεγκέφαλε ταούγκανε, σύνελθε και μάζεψε τα χάλια σου από το δρόμο. Δηλαδή θες να με πείσεις ότι σκέφτηκες κάπως έτσι:

"Χμμμ, Κυριακή μεσημέρι παίζει Κωλοπετινίτσα Ημαθίας - Σαρδανάπαλοι Σερρών... Οι επιλογές μου είναι να μείνω στο κρεβάτι όλη μέρα με τη γκόμενα, να βγω για καφέ με τη γκόμενα, να παρατήσω τη γκόμενα και να πιω καφέ με όλον τον κόσμο, να πάω να δω εικοσιδύο τελειωμένους να κλωτσάνε μια μπάλα μαζί με την γκόμενα... Γαμάτο! Αυτό θα κάνω!"

και περιμένεις και να σε λυπηθώ; Έχεις μηδέν νοημοσύνη βέβαια, και το πιθανότερο είναι να μην ξέρεις να διαβάζεις καν. Αδικία δηλαδή να σε βρίσω; Στα παπάρια μου να σου τα μεταφέρουν παλιο γιδοβοσκέ. Σύνελεθε ανοργασμικό στρουμφάκι και πάρε τη γκόμενα από το γήπεδο. Πάνε πήδα την. Πάνε δολοφόνησε την. Πάνε καντης παιδάκια, χέστηκα απλά ΜΗΝ ΤΗ ΦΕΡΝΕΙΣ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ. ΕΛΕΟΣ! Μη μου αρχίσεις τις πίπες "μα το ήθελε και αυτή" να χαρείς, Αν το ήθελε και αυτή, προφανώς δεν έχετε κάνει σεξ ακόμη. Αν είχατε κάνει θα έβλέπες ότι τα έχεις με τρανσεξουαλ με τεράστιο παπάρι και αν όντως έχετε κάνει τότε δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο σ'αρέσει το ποδόσφαιρο αφού είσαι μια πουστάρα του κερατά.

Πάμε παρακάτω.

Τις προάλλες κατέβαινα στο κέντρο όταν εντόπισα μια σειρά από είκοσι άτομα περίπου να φωνάζουν. Είχαν και πανώ. Πορεία ντεμέκ. Τέσσερα αγοράκια και άλλα δεκαπέντε κοριτσάκια με τους κώλους όξω, ήταν παρατεταγμένα σα σχολική εκδρομή και τι έκαναν λέτε; Μα βεβαίως βεβαίως ζητούσαν 1400 ευρώ βασικό μισθό! Καλά ρε άμυαλοι πουθενάδες, νιώστε λίγο! Εδώ η χώρα βουλιάζει και εσείς θέλετε και 1400 ευρώ βασικό; Και άντε πες σου τα δίνω ρε βρωμιάρη πανοκρατητή. Τι σκατά μπορείς να προσφέρεις ρε μαλακισμένο στη χώρα σου, όταν το μόνο που κάνεις είναι να την αγνοείς; Τι στο διάολο έκανες εσύ στα φοιτητικά σου χρόνια που να απαιτεί τέτοια ανταμοιβή; Και μην ακούω μαλακίες για μισθούς στο εξωτερικό γιατί συφιλιάζομαι. Εκεί δουλέυουν παληκάρια δε φιδιάζουν. Και δουλεύουν γιατί ο νόμος εκεί είναι φόβος και τρόμος.

Και να περάσω και στο φλέγων ζήτημα. Στην Ελλάδα αγαπητοί, οι νόμοι είναι μόνο για να είναι. ΑΠλό παράδειγμα, ο αντικαπνιστικός νόμος. Επειδή το ζω από πρώτο χέρι, το μόνο που κατάφεραν οι νομοθέτες ήταν να πείσουν τον Έλληνα να καπνίζει ακόμη περισσότερο. Άμα του πεις δε θέλω να αναπνέω τον καπνό σου, χαμογελάει και σου δείχνει την πόρτα! Θράσος! Σου λέει ότι γουστάρω θα κάνω. Εγώ θέλω να πεθάνω νέος και θα πάρω και τους άλλους μαζί μου! Γιατί βρε καρκινώματα, θα πάθετε κάτι άμα δεν καπνίσετε; Δηλαδή τι στο διάολο πόσο μυαλό θέλει για να καταλάβεις ότι σε ένα μαγαζί κλειστό από παντού ΔΕ ΣΕ ΠΑΙΡΝΕΙ να καπνίσεις δυο πακέτα σε τέσσερεις ώρες. Βγες έξω και κάνε ότι θες. Και πάρε μετα το τσιγάρο και βαλτο στον κώλο σου, γιατί΄ούτε κάτω θέλω να το βλέπω. Μαλάκα. Στο κάνανε τέσσερα ευρώ το πακέτο και συνεχίζεις και παίρνεις δύο την ημέρα. Μα που σκατά τα βρίσκεις; 240 ευρά το μήνα για τσιγάρα αλλά παραπονιέσαι για τα 680 που είναι ο κατώτερος.

Ζωντόβολα. Ξυπνήστε.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Τι φάση; (συνέχεια)

Που είχα μείνεi; Α, ναι. Που λέτε λοιπόν σε εκείνο το καθυστερημένο μαγαζάκι που δούλευα, οι υπεύθυνοί μου αποφάσισαν ότι ο Έλληνας πελάτης είναι ο πλέον καταλληλότερος για να εφαρμόσεις το ειδάλλως αρκετά καλό μότο, ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Θανάσιμο λάθος. Έχεις απέναντι σου έναν λαό που στην πλειοψηφία του αναγνωρίζει το φραπέ ως εθνικό ρόφημα, αγαπημένο του φαγητό είναι ο γύρος και το 88.4% έχει ακολουθήσει την παρέα του στα μπουζούκια και του άρεσε κιόλας. Επίσης, πιστεύει ακράδαντα ότι η άποψή του έιναι πάνω από όλες σερβίροντας αποστομωτικές απαντήσεις σε οποιονδήποτε του εκτοξεύσει κατηγορίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Έχει παρκάει ο Ελληνάρας στην άκρη πεζοδρομίου με ράμπα για τα άτομα με ειδικές ικανότητες, κλείνει εξολοκήρου την είσοδο - έξοδο και όταν του κολλήσεις το πανέξυπνο αυτοκολλητάκι  "Είμαι γαϊδαρος και παρκάρω όπου βρω"* σου λέει με νευριασμένο ύφος "Μα δεν είχε θέση αλλού, που να το έβαζα!" Μάντεψε!

*Να σημειωθεί ότι είμαι αντίθετος με τα λεγόμενα του αυτοκόλλητου. Θα εισηγηθώ στην ομάδα για μια ειδική έκδοση που θα πιάνει το ένα τέταρτο του παρμπρίζ, δε θα ξεκολλάει παρά μόνο με αλλαγή τζαμιού και γράφει επάνω με σχετικά ευμεγέθη γράμματα: "Ειμαι ο μεγαλύτερος σκατομαλάκας στην υφήλιο, η μάνα μου δεν έκανε καλό σεξ με τον πατέρα μου και αντί να με διδάξει πως να φέρομαι σωστά, με άφησε να πνίγομαι στη μαλακία με αποτέλεσμα να έχω ένα τοσοδούλικο και πλέον ψόφιο πέος, οπότε επιδικνύω σε όλους πόσο γαμιάς είμαι παρκάροντας όπου βρω."

Ε, τώρα είναι δυνατόν δηλαδή να πας σε αυτόν τον καθυστερημένο λαό και να τον πείσεις ότι ως πελάτης έχει πάντα δίκιο; Τζήζους. Αν μπορούσα να το περιγράψω σωστά θα το έβαζα στο failblog.org. Υπογράφεις συμφωνία με τον Μίστερ Αλτσχάημουρ (Αρτέμης για τους γνωστούς) να έρθει με το αιθέριο Scythe του και να σου κλέψει τις πλέον απαίσιες αναμνήσεις σου μια για πάντα για να ξεχάσεις αυτά που έζησες και να αναπαυτείς εν ειρήνη.

Προσπερνάω τα φλώρικα τύπου "η πορτοκαλάδα μου έχει γεύση πορτοκάλι", "παρήγγειλα χυμό ανανά και μου βάλατε μπανάνα" (τον έχει δοκιμάσει όλο το προσωπικό και είναι ανανάς, του πας δεύτερο ποτήρι από άλλο σφραγισμένο κουτί και επιμένει) "συγγνώμη μήπως μπορείς να μου φέρεις άλλες 4 ζάχαρες;" (η παραγγελία ήταν πολύ γλυκος με πολύ γάλα. Πες ότι θέλεις κέηκ παληκάρι μου όχι φραπέ...Να ξέρουμε και πως να στο φτιάξουμε), "συγγνώμη εδώ καπνίζουμε;" (καλά μωρή, τα τασάκια στα τραπέζια γιατί είναι; Για να πετάξεις τις τσίχλες σου;) και πάμε σε κάτι ποιο hardcore. Ο παρακάτω διάλογος ειναι πέρα για πέρα αληθινός και αισθάνομαι πάρα πολύ περήφανος που δεν έκανα φόνο. Φαίνεται οι προσπάθειες μου να μετατραπώ από ένα ζωντανό παιδάκι που όταν θυμώνει γίνεται μεγάλος και πράσινο, σε ένα παθητικό ζόμπι που δεν ενοχλεί κανέναν πέτυχαν επιτέλους.

Στο εν λόγω μαγαζί υπήρχε και πάνω πάτωμα και ένα πολύ όμορφο μπαλκονάκι με καταπληκτική θέα. Το μπαλκόνι μακρόστενο φιλοξενούσε έξι διπλά τραπέζια με τέσσερις καρέκλες το καθένα. Για έναν που ξέρει αυτό σημαίνει δώδεκα τασάκια. Τα οποία δώδεκα γαμημένα τασάκια κάποιος πρέπει να τα μαζεύει όταν φεύγουν οι πελάτες από το τραπέζι και όχι να τα παρατάει επειδή ανατσουτσούρωσε το δερματάκι του από την πρωινή ψύχρα. Το λοιπόν είχε μια ψυχρούλα και ένα ελαφρύ αεράκι αλλά πραγματικά τίποτα το σπουδαίο. Για να βγεις λοιπόν σε αυτό το μπλακόνι χρειάζεσαι μπλακονόπορτες. Μπροστά από την αριστερή μπλακονόπορτα μια περίεργη κομπανία από σαφρακιασμένες κλώσσες κακάριζε ολόκληρο το πρωι. Με μπέρδεψε λίγο γιατί άκουγα και διάφορες γλώσσες. Κάπου εκεί χωμένο είναι και ένα παιδάκι, προφανώς εγγονάκι μιας από τις κλώσσες. Πίνει "σοκολάτα ζεστή γλυκιά όμως σε παρακαλώ ναι;" και σε κάποια φάση του πήγα και ένα τοστάκι.

Να σημειωθεί επίσης ότι δεν είχα καμία δουλειά επάνω απλά έκανα χάρη σε μια σερβιτόρα που είχε να πάει κάπου έναν εσπρέσο. Οπότε κι εγώ εντοπίζω ένα άθλιο τασάκι την ώρα που μαζεύω ένα τραπέζι και τυχαίνει να έχω μαζί μου ένα αδειο. Διαβολική σύμπτωση. Παίρνω το φορτωμένο μου δίσκο και ανοίγω την πόρτα. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Δεν κλείνω την πόρτα. Αλλάζω το τασάκι. Μπαίνω μέσα φορτωμένος. Αυτά έγιναν στο χρόνο που τα διαβάζετε. Μα την Οσία Σεφταλιά. Εκεί που πάω να φύγω ακούω το κλασικό γατίσιο νιαούρισμα της κλώσσας. Γυρνάω με το κλασικό καρφιτσωμένο χαμόγελο που περιέγραψα στο προηγούμενο ποστ και αντικρύζω το εξής.

Γυναίκα, ελαφρώς χονδρή, κοντή, με αμάνικο, γύρω στα εξήντα, στολισμένη περιέργως με ξυνισμένη μούρη που βρωντοφωνάζει "Δώσε μου μπουνιά". Οι Άγγλοι θα το έλεγαν toad like face. Εγώ τη λέω απλά και Ελληνικά αντιπαθητική σκατόφατσα δίπλα σε άλλες πέντε αντιπαθητικές σκατόφατσες. Η καημένη νόμιζε ότι μπορούσε να μου πάει κόντρα. Ξεκινάει λοιπόν ενώ βλέπει ότι είμαι φωρτομένος. Σου λέει θα κουραστεί και θα φύγει. Τώρα που θυμάμαι ήσουν καλή μωρή κουράδα αλλά όχι τόσο καλή όσο για να αποφύγεις έξυπνα το ownage που σου ερχόταν στη μούρη από το χιλιόμετρο.

"Είναι δυνατόν;"
"Παρακαλώ;" Χαμογελαώ καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης. Να σημειωθεί και αυτό.
"Είναι δυνατόν να ανοίγεις την πόρτα; Κρυώνουμε!" Ανεβαίνει ο τόνος της φωνής της. Σε όρθια θέση ο δίσκος. Αυτή το νοιώθει ότι δε θα βγάλει άκρη και ανακάθεται. Ειλικρινα χειρότερη σκατόφατσα δεν έχω δει στη ζωή μου. Είναι σαν εκείνα τα "ντοματα-γουρούνι" που πουλάνε παντού στην Αθήνα οι μαύροι τη στιγμή που το πετάνε κάτω, το έχει φτύσει ο ΜιΦιΓαμα και το λαχτάρισε ο Όσιρις και κατέβηκε να κόψει ένα κομμάτι για να δοκιμάσει.
"Σας παρακαλώ τώρα, δεν είναι ανάγκη να γίνει θέμα, ήταν πέντε δευτερόλεπτα όλα κιόλα" και κάνω να φύγω.
"ΑΚΟΥ ΕΔΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ! ΠΩΣ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΕΤΣΙ;"
"Σας παρακαλώ χαμηλώστε τον τόνο της φωνής σας"
"ΝΕΑΡΕ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ ΠΩΣ ΣΕ ΚΟΙΤΩ;"
Περηφανεύομαι για μια από τις πιο δολοφονικές φάτσες όταν τα πάρω στο κρανίο και επιβεβαιωμένο από διάφορους. Οπότε ανακαλώ από τη συλλογή μου μια που γράφει στην περιγραφή "Συμμαζέψου τζατζόγρια δε σε παίρνει..." και τη φοράω με instant cast.
"Εσείς με κοιτάτε καλά;" της απαντάω ατάραχος.
"Ε, ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ ΔΕΣ ΤΟΝ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ!"
"Εσείς επιμένετε να φωνάζετε και σας παρακαλώ για τρίτη φορά να χαμηλώσετε τον τόνο της φωνής σας"
"ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΣΥ ΠΩΣ ΘΑ ΜΙΛΑΩ!"
"Δε με ενδιαφέρει ο τρόπος που μιλάτε καλώς ή κακώς. Δε θέλω να φωνάζετε."
"ΑΚΟΥ ΤΟΝ ΡΕ!"
"Λοιπόν για να πάμε παρακάτω, χαμηλώστε τον τόνο της φωνής σας για να μην τον ανεβάσω εγώ. Κάθε Κυριακή εδώ μέσα μπαινοβγαίνουν περί τα δυο χιλιάδες άτομα. Εάν ο καθένας φωνάζει όπως εσείς καήκαμε, θα πάμε στο τρελλοκομείο.'' Βλαχάρα μου 'ρθε να της πω αλλά κρατήθηκα. Εκεί που μιλάω πετάγεται μια τσουτσου και μουρμουρίζει κάτι για υπεύθυνο αλλά της ρίχνω μια ματιά και το βουλώνει. Γύρω έχουμε γίνει show και βλέπω περίπου 30 άτομα έτοιμα να ριχτούν στη γιαγιά.
"Άκουσε να σου πω νεαρέ είσαι πολύ νέος"
Τοινγκ. Ό,τι του φανεί του λολοστεφανεί.
"Και πάρα πολύ μορφωμένος σας πληροφορώ"
"Ακόμη χειρότερα" μου λέει. Εντωμετακτελ αυτή ψιλοφωνάζει ακόμη αλλά δε δίνω σημασία.
"Κοιτάξτε, επειδή ακριβώς είμαι πάρα πολύ μορφωμένος γνωρίζω και ότι είναι αδύνατον να κρυώσατε για τέσσερα δευτερόλεπτα που έκανα να αλλάξω το τασάκι. Και μάλιστα την πόρτα δεν μπορούσα να την κλέισω γιατί κρατούσα το δίσκο και στο άλλο χέρι ένα ποτήρι και το τασάκι. Γι' αυτό ας μην το κάνουμε θέμα"
"Είσαι αυθάδης και αγενής!"
Εκείνη τη στιγμή πετάγεται το κόκκινο χελωνονιντζάκι (ένας τύπος με κόκκινη μπλούζα και ελαφριά καμπούρα) και της φωνάζει:

"Σκάσε μωρη κλώσσα το πρηξες το παιδί, του 'χει πέσει το χέρι. Κάθε μέρα έρχομαι εδώ με τη γυναίκα μου και είναι το πιο ευγενικό παιδί από όλους. Δε βλέπεις τόση ώρα πως σου μιλάει;"

Εγώ νομίζω για λίγο φωτοβόλησα από περιφάνεια αλλά δεν το έδειξα.
"Νομίζω ότι είστε υπερβολική."
"¨Ακουσε να σου πω νεαρέ, εγώ στη δουλειά μου 32 χρόνια όταν ο καθένας έρχεται και με βρίζει το βουλώνω και δεν απαντάω. Και συ το ίδιο να μάθεις να κάνεις."
"Συγγνώμη αλλά εάν εσεις δεν ξέρετε να κάνετε τη δουλειά σας δε φταίω εγώ. Εμένα όταν ο καθένας έρχεται και με βρίζει επειδή νομίζει ότι είναι κάτι σπουδαίο πολύ απλά του χαμογελάω και τον κάνω να το βουλώσει."

Αυτή κατακόκκινη, οι φίλες της να φωνάζουν να φέρω τον υπεύθυνο και το μισό καφέ να χειροκροτάει.
"Βεβαίως θα τον φωνάξω να με κάνει ντα..."
Αρκεί να σας πω ότι στο φευγιό των πελατών που έζησαν τη σκηνή ένιωσα για λίγο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Όλοι έρχονταν να μου σφίξουν το χέρι και να μου πουν συγχαρητήρια. Ο υπεύθυνος δε μου είπε τίποτα (για καλή του τύχη) και κατέβηκαν δυο παληκάρια κολλητοί ενός από τα αφέντικά και εγγυήθηκαν για την ειλικρίνεια και την ευγένειά μου.

Τα περιστατικά πολλά. Γενικά ο κόσμος σε αυτή τη χώρα νομίζει ότι του ανήκει το σύμπαν και πιστεύει ότι όλοι οι υπόλοιποι του χρωστάνε. Έλεος δηλαδή. Συμμαζευτείτε.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Τι φάση;

Σκηνικό:

 Έχω περάσει το προηγούμενο βράδυ να σερβίρω ποτήρια νερό σε περίεργους κοστουμαρισμένους τύπους, ξέκωλλα πάσης φύσεως, ανυπέρβλητους τρέντυδες και ενίοτε φυσιολογικούς ανθρώπους που έχουν καταλάβει ότι όπου και να πάνε θα περιβάλλονται από ξόανα και αποφάσισαν να μην κάνουν τη ζωή σου πιο δύσκολη από ότι ήδη είναι. Με έναν μαγικό τρόπο, ίσως η δύναμη του Αγίου Πανφνούτιου να με συγκρατεί, καταφέρνω σχετικά άνετα να έχω ένα καθυστερημένο χαμόγελο καρφωμένο στην αρχοντομουτσουνάρα μου με δυο ταβανόπροκες καλά κρυμμένες πίσω από τα ελαφρώς υπερτραφή αυτάκια μου. Το ίδιο το χαμόγελο είναι τόσο μεγάλο όσο και οι μαλακίες που ακούω. Μεγάλη μαλακία, μεγάλο χαμόγελο. Τεράστια μαλακία, τερατώδες και το χαμόγελο. Και ξεκινάμε.

ΣΤΟΠ

Πριν ξεκινήσουμε. Σπίτι. Έχω φάει τη μέρα μου να καθαρίζω, να πλένω και να απλώνω ρούχα. Έξω βρέχει. Έχω σώσει στο παρά πέντε μια απλωσιά ασπρόρουχα από την καρκινοβροχή και βλογάω τα γένια μου (τις 15 τρίχες στο πηγούνι μου καλύτερα...). Συνήθως την πατάω καθώς από εκεί που έξω είναι χαρά θεού και ο ήλιος με τυφλώνει από την αντανάκλαση στο πεζοδρόμιο καταλήγω στο κέντρο για έναν ωραίο καφέ σε κάποια παρακμιακή πλατεία και μέσα σε τέσσερα λεπτά και σαραντα δυο δευτερόλεπτα έχουν περάσει όες οι εποχές πάνω από το κεφάλι μου μαζί με μια μούτζα από τον ίδιο τον Αλλάχ σε φάση π/2 και έχω αφήσει 2 πλυντήρια ολάκερα να στεγνώσουν αποβραδίς. Ξαναμανά (δόκιμος όρος) μέσα και με το ίδιο βρακί για άλλες 2 βδομάδες. Α, ναι. Δεν ξέρω για σας εκεί, αλλά εδώ άμα ανοίξουν οι κωλοουρανοί, το πλυντήριο γίνεται μια ηρωική στιγμή του παρελθόντος, μια γλυκιά ανάμνηση τον πάλαι ποτέ λιακάδων.

"Μαλάκα, θυμάσαι τότε που είχε ήλιο ?"
"Πω, μαλάκα τι μου θύμισες τώρα, τότε που απλώναμε ρούχα στο μπαλκόνι λες!!!"

Εκεί που έχω σώσει λεπόν τα ρόυχα, λέω να ντυθώ και να πάω στη δουλεία με το φρεσκοσιδερωμένο και φτιασιδωμένο τζινάκι μου που μόλις έχει στεγνώσει. Για να αποφύγω τους κλασικούς καρκινιάριδες που μισούν τη ζωή και η ζωή αυτούς ακόμη περισσότερο, περπατάω με πάθος στο πεζοδρόμιο. Δε λέει και πολύ να σκάσει μύτη ένας μαλακισμένος 50χρονος που νομίζει ότι το να αναπτύξει ταχύτητα 60 km/h σε ένα κωλόστενο του κερατά, πλάτους 2.30-χωρίς-τα-παρκαρισμένα-που-οι-ρόδες-τους-σκαρφαλώνουν-λίγο-στον-τοίχο-της-εκάστοτε-πολυκατοικίας-ενίοτε-κλέινουν-και-τζάμια-από-χαμόσπιτα για να περάσει με το δυο τόννων μίνι λιμουζινάκι του πάνω από μια λιμνούλα με σκατόνερα και συγκέντρωση E.Coli μεγαλύτερη από αυτήν του παχέως εντέρου σου και να σε κάνει λούτσα από πάνω μέχρι κάτω ενώ παράλληλα εσύ εύχεσαι για πρώτη φορά μετά την ηλικία των 13 να μπορείς να μεταμορφωθείς σε Super Sajan και "να του δείξεις εσυ!". Δε λέει καθόλου για την ακρίβεια.

Έτσι όπως περπατάω αμέριμνος λοιπόν και περιμένω τον πρώτο καθυστερημένο που θα με μουσκέψει ακούω ένα απαίσιο ηχηρό πλάτς και την ίδια στιγμή τραντάζομαι και διαπιστώνω ότι κλονίζεται το κέντρο βάρους μου. Με ένα τριπλό σάλτο και μια πιρουέττα ανακαλύπτω τη στιγμή της ειρηνικής προσεδάφισης ότι ενα πλακάκι από αυτά τα τετράγωνα που ζυγίζουν 7 τόννους έχει μια λακκούβα από κάτω του και παλατζάρει λίγο, σα χαλασμένη τραμπάλα ένα πράμα. Η λακκούβα φυσικά είναι τίγκα στο προσφιλές βρωμόνερο ενισχυμένο με φυματίωση σε μορφή αγνής και παρθένας λάσπης ανακατεμένης με ποντικοκούραδα. Και όλο αυτό βρίσκεται στο παντελόνι μου. Στο παντελόνι που μόλις έχω πλύνει και έχω σιδερώσει. Λίγο πριν πάω για δουλειά.

ΞΕ-ΣΤΟΠ

Μαγαζί, κλαμπάκι φάση, ντάπα ντούπα, εγώ πρώτη μέρα εκεί. Δοκιμαστικό. Τριγυρνάω από δω, τριγυρνάω από κει, Τετάρτη γαρ, μόνο μια φορά γέμισε. Το μαγαζί και γαμώ. Πολύ ακομπλεξάριστα αφεντικά, καμία παρατήρηση, ο κόσμος καλός εγώ χαίρομαι βρήκα δουλειά λέω. Σκάει μύτη ένας αποτυχημένος πενηντάρης. Σκατόφατσα. Με Gordon's Space στο χέρι. (!) Εγώ μόλις έχω μαζέψει σταντάκι. Σταντάκι στο οποίο κάθονταν πέντε γκόμενες. Για όσους δεν ξέρουν εξηγώ.

Αντρικό σταντάκι: Άδεια ποτήρια, πακέτα από τσιγάρα, μπύρες χωρίς τα ετικετόχαρτα. Τα έφαγε η μαρμάγκα. Ο δίσκος χωράει κανα δυο αντρικά τραπέζια ακόμη, τρια στο σύνολο.

Γυναικείο σταντάκι: Πόλεμος. Σαραντα πέντε πακέτα από τσιγάρα, τασάκι φίσκα ενώ το άλλαξες αμέσως πριν φύγουν. Ζελατίνες,  περιτύλιγμα από ταμπόν (ναι, έχω δει και τέτοιο), ένα σπασμένο τακούνι για το οποίο σε διαφωτίζει μια σερβιτόρα γιατί οι πιθανότητες να αναγνωρίσεις μια γρατζουνισμένη πλαστική αηδία σε τετράγωνο σχήμα ως τακούνι είναι μηδαμινές, τρίχες από το εξτένσιον που χάλασε (όχι, δε βαριέμαι να πατήσω alt+shift, μ' αρέσει έτσι που είναι βλάχικο), τα ποτά ΠΑΝΤΑ ΜΑ ΠΑΝΤΑ σχεδόν γεμάτα και μια επιφάνεια τραπεζιού που αργοπεθαίνει από τα χυμένα αλκοολούχα ποτά. Ο δίσκος τιγκάρει και γεμίζεις και τις τσέπες σου με διάφορα αηδιαστικα και άρρωστα μπιχλιμπίδια που δε θα άφηνα ποτέ και για κανένα λόγω σε κανένα μέρος εκτός από τα σκουπίδια.

Εκεί που κρατάω λοιπόν τον ανελέητα γεμάτο δίσκο με σταματάει αυτός και μου μιλάει με μια ρομποτική φωνή που μπερδευόταν με τις συχνότητες της μουσικής και τον άκουγα με το ζόρι:

"Γυμνάζεσαι;"


Φορ δε ρέκορντ είμαι 1.70 και ζυγίζω 100 κιλά πάνω κάτω. Ποια η πιθανότητα να γυμνάζομαι;
"Δε σας άκουσα..." απεγνωσμένη προσπάθεια μπας και βαρεθεί και φύγει.
"Πως γυμνάζεσαι" μου λέει "τον παίρνεις;"
Ψεύτικο γέλιο, χτύπημα στην πλάτη φιλικο, γέλιο και αυτός, αποφασίζω να μην αξιοποιήσω τα 100 μου κιλά για να τον στείλω καμια δεκαριά μέρες στο νοσοκομείο και συνεχίζω μέσα.

Μα πόσο καράβλαχος πρέπει να είσαι για να απασχολείς φορτωμένο άνθρωπο για να του πεις την παπαριά σου; Μη γελάτε ρε...

Μ αυτά και μ' αυτά θυμήθηκα την άλλη τη φορά στο άλλο το μαγαζί το οποίο πάτωσε και με διώξανε για να σερβίρουν άχρηστες γκόμενες μπας και τραβήξουν καναν σαλιάρη για καφέ.  Αλλά αυτό σε άλλο ποστ γιατί βαρέθηκα να γράφω.